Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η πολιτικοποίηση της επιστήμης

του Θανάση Γ. Παπαβασιλείου*

Η επιστήμη δεν μπορεί, ασφαλώς, να ποδηγετήσει τις ανθρώπινες δράσεις. Αν και «υπονομεύει» τον καθοδηγητικό ρόλο άλλων κοινωνικών θεσμών, δεν είναι σε θέση να τους υποκαταστήσει. Μπορεί, λ. χ., να ανάγει προβλήματα της πραγματικότητας σε υποκείμενα ζητήματα αξιών, παραμένει, ωστόσο, επαμφοτερίζουσα απέναντι στις αξίες αυτές. Για παράδειγμα, ο προσδιορισμός του δείκτη καρκινογένεσης συγκεκριμένων βιομηχανικών αποβλήτων μπορεί να αποσαφηνίζει ένα θέμα, δεν μπορεί όμως να έχει καθοριστικό ρόλο, διότι η απόφαση για τον περιορισμό αυτών των ρύπων, που θα συνεκτιμά οφέλη και κινδύνους, θα πρέπει να ληφθεί αλλού. Ετσι, η επιστημοποίηση των κοινωνικών θεσμών συνδέεται με μια πολιτικοποίηση της επιστήμης, αναπόφευκτη συνέπεια της επέκτασης των συνόρων της τελευταίας.

Αυτή η πολιτικοποίηση έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις για την επιστήμη ως επάγγελμα - αν και το να είσαι επιστήμονας δεν σημαίνει ότι ασκείς ένα επάγγελμα, σημαίνει ότι έχεις επιλέξει έναν τρόπο ζωής! Ενα επάγγελμα προσδιορίζει τα όρια του ειδικού από τον ανειδίκευτο και παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες σε συγκεκριμένη «πελατεία». Η επιστήμη, ωστόσο, αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένους αποδέκτες-πελάτες και, κατά παράδοση, δεν ελέγχεται από αυτούς. Με μιαν άλλη διατύπωση, καμιά «πελατεία» δεν καθορίζει την απήχηση του αντικειμένου της επιστημονικής ενασχόλησης· αυτή καθορίζεται μέσα στους κόλπους της επιστήμης από την ίδια την επιστήμη. Στον βαθμό που ισχύει η παραπάνω διαπίστωση, η αυτονομία της επιστήμης υφίσταται, ενώ καταργείται στην περίπτωση που η διαπίστωση κρίνεται αναληθής.

Οι αμφισβητήσεις για την ποιότητα ή την κοινωνική εμβέλεια της επιστημονικής έρευνας θεωρούνται συχνά από τα ακαδημαϊκά-ερευνητικά ιδρύματα αθέμιτες παρεμβάσεις στην αυτονομία τους. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί και υπό ποιες συνθήκες ένα επάγγελμα (και ιδιαίτερα του επιστήμονα) χάνει το προνόμιο αυτής της οιονεί αυτονομίας.

Πρώτον, όταν η παραγόμενη γνώση συγκρούεται με τις αξίες του αποδέκτη ή τις αξίες της κοινωνίας γενικότερα. Ενα παράδειγμα αποτελεί το ερώτημα που τίθεται συχνά στις ιατροβιολογικές επιστήμες και αφορά τον καθορισμό κατάλληλων ερευνητικών υποκειμένων (πειραματόζωων). Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση πρόκειται για αποτίμηση της ίδιας της έρευνας και όχι απλώς για κριτική μιας ειδικής μεθόδου ή των εφαρμογών της επιστήμης. Η απότομη έκρηξη των «κινημάτων» κριτικής αντιμετώπισης οφείλεται, μερικώς, στη διείσδυση της επιστήμης στην ιδιαίτερα ευαίσθητη σφαίρα των ηθικών πεποιθήσεων. Αυτή η διείσδυση θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την εμπάθεια των αντιπαραθέσεων που διαδραματίζονται. Ο δεύτερος λόγος είναι εν μέρει απόρροια του πρώτου, πρόκειται δηλαδή για απώλεια μιας εσωτερικής συναίνεσης. Οταν η έρευνα θίγει αξίες, αφυπνίζονται τα ηθικά και πολιτικά αντανακλαστικά του ερευνητή. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πια σε έριδες μεταξύ ειδικών και μη ειδικών, αλλά συμβαίνει επίσης μέσα στην επιστημονική κοινότητα, εντός των ορίων ή των θεσμικών πλαισίων του «επαγγέλματος». Οι διαφωνούντες μπορεί στη συνέχεια να προσφύγουν στην κοινή γνώμη, προμηνύοντας ενδεχόμενους κινδύνους, προκειμένου να στηρίξουν την κριτική τους - επικαλούμενοι, με άλλα λόγια, το ευρύ κοινό για πολιτικές αντιλήψεις που ενστερνίζεται το «επάγγελμα».

Μια άλλη τάση που επηρεάζει τη δημόσια αποτίμηση της επιστήμης είναι η γενικότερη έκπτωση αξιοπιστίας των πολιτικών θεσμών και, μαζί της, η εμφάνιση συμμετοχικών κινημάτων διαμαρτυρίας, που συχνά σχετίζονται με θέματα έρευνας και τεχνολογίας. Το σύνηθες, μα φαινομενικά παράδοξο, είναι πως η συντελεστική ιδιότητα της επιστημονικής γνώσης γίνεται εργαλείο προκειμένου να εξορθολογιστούν πολιτικές, αλλά τότε η αμφισημία της στη λήψη αποφάσεων που αφορούν αξίες την ακυρώνει. Αντιμαχόμενες ομάδες καταφεύγουν σε ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι δίνουν αντικρουόμενες συμβουλές εξαιτίας της πολιτικής φύσης των ζητημάτων υπό συζήτηση. Η συνακόλουθη απώλεια της επαγγελματικής αυθεντίας καθιστά το «επάγγελμα» ευάλωτο στην κριτική και τις προκλήσεις, γεγονός που αποσαθρώνει την καθαυτό λειτουργία του και, ως αποτέλεσμα, η πολιτεία αναλαμβάνει τον έλεγχό του μέσω της επιβολής ρυθμιστικών κανόνων.

Το «μοντέλο» που περιγράφηκε είναι αυτό της διαρκώς πολιτικοποιούμενης επιστήμης, με «φατρίες» και κοινό σε ρήξη. Μολονότι η νομιμοποιητική ισχύς του έχει αρχίσει να υποχωρεί, χρησιμοποιείται ακόμη ως διέξοδος σε πολιτικές διενέξεις και για τη διαχείριση κοινωνικών προβλημάτων. Η δημόσια κριτική της επιστήμης θα μπορούσε, επομένως, να ερμηνευθεί ως εκείνο το στάδιο στην κοινωνική εξέλιξη, όπου η καθοδηγητική ικανότητα της επιστήμης ως θεσμού έχει εξαντληθεί, η αμφιθυμία των θέσεών της αναφορικά με αξιακά πρότυπα έχει αποκαλυφθεί, όμως, την ίδια στιγμή η συμβολή της στην επίλυση προβλημάτων και στην κατανόηση της περιπλοκότητας του φυσικού κόσμου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η επιστήμη για τον λαό, συνεπώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί υπό μία έννοια ρεαλιστική, η επιστήμη από τον λαό, όχι.

Το «κίνημα» κριτικής στάσης απέναντι στην επιστήμη μπορεί να σηματοδοτεί το τέλος της ως αυτόνομο «επάγγελμα» και το τέλος του επιστημονισμού, αλλά όχι και το τέλος της επιστήμης ως εξειδικευμένης κοινωνικής δραστηριότητας.

* Ο κ. Θανάσης Γ. Παπαβασιλείου είναι καθηγητής Βιοχημείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου