Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

«Οίδασι γάρ τί ποιούσι»: Ιδεολογία και Διαφθορά

Bασίλειος Παϊπάης*
Η κλασική μαρξιστική αντίληψη για τη θέση και τη λειτουργία της ιδεολογίας στις κοινωνικές σχέσεις αντιλαμβάνεται την ιδεολογία ως στρεβλή πραγματικότητα ή αλλιώς κατά την έκφραση του Ένγκελς -καθώς ο ίδιος ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτήν την έκφραση- ως «ψευδή συνείδηση». Για ένα μεγάλο μέρος της κλασικής κριτικής της ιδεολογίας επηρεασμένης από τον μαρξιστικό ορισμό, ιδεολογική είναι κάθε σκέψη, σύστημα ιδεών ή κοινωνική πρακτική που εμπεριέχει ψευδή -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να συγκροτείται από αληθή ή αληθοφανή ή από τη μίξη ψευδών και αληθών δηλώσεων- στοιχεία που τείνουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή τάξης. Αυτή η συγκεκριμένη προσέγγιση της κριτικής της ιδεολογίας εδράζεται στην πεποίθηση ότι οι ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές λειτουργούν στο επίπεδο της νομιμοποίησης υλικών σχέσεων κυριαρχίας στις οποίες τα κοινωνικά υποκείμενα υποτάσσονται είτε μηχανιστικά-υλικά (Μαρξ) είτε με την συναίνεσή τους (Γκράμσι). Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, είναι κοινή η άποψη πως οι κυβερνώμενες τάξεις υπηρετούν και αναπαράγουν ψευδαισθητικά ένα κοινωνικό σύστημα που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους συμφέροντα.
Με την άνοδο των μεταμοντέρνων προσεγγίσεων στην μελέτη των σχέσεων κουλτούρας και ιδεολογίας στον ύστερο καπιταλισμό, επικράτησε η άποψη πως οι νεές κοινωνικές συνθήκες επέτρεψαν την ανάδυση ενός νέου ιδεολογικού υποκειμένου που έχει επίγνωση ότι η πραγματικότητα στο σύνολό της μπορεί να είναι μόνο ιδεολογικά προσλήψιμη. Για αυτήν την μεταμοντέρνα εκδοχή του τέλους των ιδεολογιών, οι δυτικές μεταβιομηχανικές κοινωνίες του θεάματος και του μαζικού καταναλωτισμού δεν εμπνέονται από κανένα βαθύτερο μεταφυσικό προσανατολισμό παρά έχουν απομυθοποιήσει αυτάρεσκα κάθε κλασική ιδεολογική προοπτική ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και έχουν περιπέσει σε μια μοιρολατρική αποδοχή του τεχνοκρατικού παραγωγικού μοντέλου του ύστερου καπιταλισμού. Από κάποιους μεταμοντέρνους στοχαστές, όπως είναι οι Μποντριγιάρ και Ρόρτυ, αυτή η εξέλιξη θεωρείται εξόχως απελευθερωτική καθώς το ειρωνικό, διαρκώς αυτοσαρκαζόμενο και γνήσια ανεκτικό άτομο του μεταμοντερνισμού δεν έχει πλέον άγνοια των παραμορφωτικών επιδράσεων της ιδεολογίας. Αντίθετα, έχει πλήρη επίγνωση της α-λογίας του συστήματος αλλά παρόλα αυτά το υπηρετεί είτε από γνήσιο αμοραλισμό γιατί έτσι εξασφαλίζει το υλικό του συμφέρον, είτε από φιλοσοφικό μηδενισμό, που προβάλλεται ως το ιδανικό modus vivendi σε συνθήκες παγκόσμιας πολυπολιτισμικής συνύπαρξης. 
Αυτή η δεύτερη μεταμοντέρνα προσέγγιση της ιδεολογίας δεν αρνείται ότι τα άτομα έχουν συνείδηση της υποταγής τους σε ένα κυρίαρχο σύστημα εξουσίασης, απλώς διακηρύσσει ότι είναι σε θέση να διατηρούν μια κριτική απόσταση από τα πράγματα. Αυτό τους επιτρέπει να μην παίρνουν το κυρίαρχο ιδεολογικό σύστημα στα σοβαρά, καθώς θεωρούν αυτάρεσκα ότι αυτή τους η παθητική αποστασιοποίηση τους επιτρέπει να διατηρούν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό τους ή ακόμα να εμφανίζονται ως έχοντες μια ιδιαίτερα σκεπτικιστική, διεισδυτική ματιά που τους εξασφαλίζει μια προνομιούχα πρόσβαση στην πραγματικότητα που οι υπόλοποι δεν διαθέτουν. Στην ελληνική περίπτωση, γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες αυτών των συμπεριφορών. Οι περισσότεροι νεοέλληνες κομπάζουμε για το πολιτικό μας αισθητήριο, θεωρούμε ότι είμαστε σε θέση να αποδομίσουμε κάθε ιδεαλιστική πολιτική δήλωση και να διαβλέψουμε το ωμό συμφέρον πίσω από αυτήν. Αλλά καθώς επενδύουμε με κυνισμό, σαρκαστική ειρωνία και μοιρολατρικό μηδενισμό κάθε πολιτική μας ανάλυση το σύστημα έχει ήδη ενσωματώσει το σκεπτικισμό μας και πορεύεται ασφαλές παρόλη την λεκτική ‘επαναστατικότητά’ μας. Ο εκάστοτε κυβερνητικός εκπρόσωπος διαψεύδει συστηματικά ότι υπάρχουν αποδεδειγμένα φαινόμενα διαφθοράς στην κυβέρνηση ή αφήνει να εννοηθεί ότι, εάν και εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτά δεν μπορεί παρά να είναι μεμονωμένα ή ακούσια κρούσματα δυσλειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Εμείς, το κοινό, τον ακούμε με δυσπιστία, ο ίδιος αισθάνεται μάλλον ότι κανείς δεν τον πιστεύει αλλά εξακολουθεί να τα υποστηρίζει, εμείς πάλι γνωρίζουμε ότι το γνωρίζει και, μάλλον, και ο ίδιος γνωρίζει ότι το γνωρίζουμε. Εντωμεταξύ, η διαφθορά και η αυθαιρεσία ζει και βασιλεύει. Στην περίπτωση αυτή, εν τέλει, δεν έχουμε να κάνουμε με κοινωνικά υποκείμενα που είναι θύματα διαστρεβλωτικών ιδεολογικών μηχανισμών. Όπως θα έλεγε και ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ, οι κοινωνικοί δρώντες «γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να το κάνουν». Η ιδεολογία με άλλα λόγια δεν είναι κάτι που σκέφτομαι και μπορώ να αποφύγω, είναι μάλλον κάτι που κάνω παρόλο που το γνωρίζω. Στις μετα-κυνικές δημοκρατίες της Δύσης η θεωρητική δυνατότητα που παρέχεται στους πολίτες να αμφισβητήσουν κάθε καθιερωμένο δόγμα ή καταπιεστική δομή και να επανεφεύρουν τους εαυτούς τους παράγει παραδόξως ακινησία.
Στην Ελλάδα παραδοσιακά γινόμαστε μάρτυρες –σχεδόν έχουμε εθιστεί- εξωφρενικών αποκαλύψεων γύρω από σκάνδαλα διαφθοράς που αγγίζουν μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, καθώς οι αξιόποινες συμπεριφορές διαπερνούν τα δύο μεγάλα κόμματα. Μια ιδεολογική στην προκειμένη περίπτωση αντίδραση, από την άποψη του τι δέον γενέσθαι, θα ήταν εκείνη που θα αντιμετώπιζε τα εκτεταμένα φαινόμενα διαφθοράς ως μεμονωμένες συμπεριφορές επίορκων πολιτικών που «πρόδωσαν» την Δημοκρατία ή την εμπιστοσύνη των πολιτών, ωσάν η καχεξία του συστήματος να οφείλεται σε ατομικές αποκλίνουσες συμπεριφορές που μένει να εκριζωθούν για να επανακτήσει η πολιτική ζωή την πρότερη ηρεμία της. Αναμφίβολα, το ίδιο ιδεολογική θα ήταν και μία ισοπεδωτική απαξίωση του συνόλου του πολιτικού κόσμου, αν όχι και επικίνδυνη. Το πρόβλημα, βέβαια σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ακόμα και αν δεχθούμε ότι υπάρχουν, και είναι αρκετοί, άνθρωποι καλών προθέσεων εκεί έξω, οι ίδιοι επιλέγουν να υπηρετήσουν ένα χρεοκοπημένο σύστημα που αναπαραγάγει την διαφθορά και την συναλλαγή. Πάντως, ανάμεσα σε προσεγγίσεις που ερμηνεύουν την διαφθορά ως «δομική» -και άρα ανίατη-  ασθένεια του πολιτικού συστήματος και σε αυτές που την υποβιβάζουν σε εξατομικευμένο φαινόμενο το κοινό στοιχείο είναι η διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης. Υπό αυτήν την έννοια, όσο ιδεολογική είναι η υποβολιμαία επίκληση της ανθεκτικότητας της διαπλοκής από ανθρώπους που είτε αδυνατούν είτε δεν θέλουν να την καταπολεμήσουν άλλο τόσο ιδεολογική είναι και η αυτοπαραίτηση από οποιαδήποτε απόπειρα συνολικού μετασχηματισμού του πολιτικού πολιτισμού που την αναπαράγει. 
* Ο Βασίλειος Παϊπάης διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, Σκωτία
πηγή: Αντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου