Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Η Πoλιτική Πράξη ως απόπειρα Εξαγοράς του Χρόνου

Γιώργος Καστρινάκης

Ο κύκλος, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει κλείσει, η Ιστορία έχει αφήσει τα όνειρα άδεια για μια ακόμα φορά (ίσως περισσότερο από κάθε προηγούμενη) δηλαδή η στιγμή δείχνει κατάλληλη για κάποια απόπειρα ανακεφαλαίωσης, Καθώς ο καιρός μάλιστα πυκνώνει πάντα σε σύμβολα, μια αναδρομή διευκολύνεται ανατρέχοντας σ’ αυτά: Προσπαθώ να ανακαλέσω στη μνήμη τους στίχους, τα συνθήματα, τις εικόνες που μου φαίνονται να συνόψιζαν ουσιαστικώτερα τις εποχές της πολιτικοποίησης. Υπάρχει, τάχα, κάτι που ν’ αντέχει στο χρόνο;... Σκόρπιες φράσεις η συγκομιδή μου, κομμάτια από αγάλματα που κάποτε συγκλόνιζαν τον κόσμο ισοζυγιασμένες, θαρρείς, ανάμεσα στη γιορτή και στο πένθος.
«Πάλι σας δίνω όραμα!»
«Τώρα πέφτουν οι θρόνοι και τραντάζει η γης»
« Ήρθαν ένα βράδυ και σε πήραν /αυτοί που δεν ξέρουν τη ζωή»
« Ανάμεσα στη θλίψη και στο τίποτα, διαλέγω τη θλίψη»
Οι τολμηρώτερες στιγμές ν’ αφήνουν να διαφανεί κάτι απ’ τη νοσταλγία της όγδοης ημέρας:
«Να είστε ρεαλιστές : να ζητάτε το αδύνατο!»

Είναι παράξενο, αλλά σ’ αύτη την απόπειρα κορφολόγησης μού φαίνονται να δικαιούνται θέσεις, σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό, εκφράσεις ενός δημιουργού όχι κατ’ εξοχήν πολιτικού. Του Σαββόπουλου:
«Οι μέρες που λαχτάρησα θα ρθούν»
«Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που ’χει κάτι απ’ τις φωτιές!...»
«Σπαθίζει τις πίκρες ήλιος λαμπρός, στους δρόμους γιορτή. Τραγούδι ανεμίζει πλήθος λαός κι ένα πουλάκι λαλεί. Νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι. Να η φωτιά : να η ζωή!»
Κι όταν οι εποχές της γιορτής δείχνουν ν’ απομακρύνονται, η νοσταλγία τους να λεπτύνεται σε νοσταλγία γιορτινών προσώπων:
«Τα πιο ωραία παραμύθια απ’ όσα μού χεις διηγηθεί, αχ, είν’ εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ’χουν χαθεί.»
η μεταφυσική του νοήματος
Τι συνιστούσε, λοιπόν, η πολιτική στράτευση; Αν προσέξουμε τα στίγματα που άφησε θα διαπιστώσουμε πως περιέκλειε, μάλλον, περισσότερες διαστάσεις απ’ όσες η θεωρία της επέλεγε να εντοπίζει. Πέρα από την επένδυση σε ένα διαφορετικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας (μάλιστα, θεμελιούμενο πάνω σε μια σταθερά αλτρουϊστική διάθεση) στις κορυφαίες στιγμές της ήταν μια λαχτάρα κοινωνικότητας, ήταν μια ετοιμότητα θυσίας, ήταν εντέλει μια νοσταλγία γιορτής. Τι σημαίνουν αυτά; Ότι ήταν, ίσως, η πιο μεγαλεπήβολη προσπάθεια του μεταμεσαιωνικού ανθρώπου  να   εξαγορασθεί ο καιρός!
Μόνο που η πολιτική ήταν επίσης, εξ αρχής, ένα υποκατάστατο. Ένα εγχείρημα να πληρωθεί το κενό της καθημερινότητας με νόημα – άλλα με νόημα αυστηρώς ανθρωποκεντρικά οριοθετημένο. Όχι μια αναζήτηση νοήματος : μια απόπειρα δημιουργίας νοήματος. Με μια λέξη, η πιο φιλόδοξη προσπάθεια_ α υ τ ο σ η μ α σ ι ο δ ό τ η σ η ς_ αυτής της ζωής.
Από τούτη την άποψη, είναι εξαιρετικά κρίσιμο να παρατηρήσουμε ότι η συγκεκριμένη   προσπάθεια, εκ μέρους των ριζοσπαστικών πολιτικών κινημάτων, θεμελιώθηκε απερίφραστα στη βάση μιας χριστιανικής ηθικής αίσθησης. Γεγονός που δεν θα ’πρεπε να εκλαμβάνουμε, όσο εύκολα συνηθίζουμε, ως αυτονόητο. Το οποίο μάλιστα, αν πάρουμε υπ’ όψιν τη στρατευμένη αντιθρησκευτική βούληση των «προφητών»» αυτών των κινημάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις ισχυρότερες ενδείξεις πως δεν υπάρχουν πραγματικά άπιστοι άνθρωποι: Υπάρχουν άνθρωποι που, απλώς, πασχίζουν να ξεριζώσουν την πίστη – πρωτίστως, μάλιστα, τη δική τους. Διότι μια αληθινά εξωχριστιανική πεποίθηση θα οδηγούσε σε σαφώς διαφορετικές ηθικές ιεραρχήσεις και, συνεπώς, σε εντελώς διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Μη ξεχνάμε (κι ας πρόκειται για τη συστηματικώτερη αποσιώπηση της πρόσφατης ιστοριογραφίας) ότι στον αιώνα μας* διεκπεραιώθηκε, ήδη, ένα παρόμοιο πείραμα: Μια απόπειρα πολιτικής ανάπλασης, πάνω στη βάση μιας ρητά αντιχριστιανικής, παγανιστικής, μεταφυσικής αναφοράς. Ήταν ο γερμανικός ναζισμός.
[Ειρήσθω εν παρόδω ότι και η τρέχουσα υποκατάσταση της πολιτικής πράξης από μια (κατά κανόνα επιλεκτική) ευαισθητοποίηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρόλο το μεγαλόσχημο υποκριτικό της περιεχόμενο, μια ανάλογη δικαίωση των εκκλησιατικών αξιολογήσεων εκπροσωπεί. Αυτό σημαίνει ότι, πιθανόν, η πολιτική θα εξαφανιστεί οριστικά από την επιφάνεια της γης μόνο όταν η επιχείρηση πριονισμού του κλαδιού στο όποιο, παγίως, επιλέγει να στηρίζει το βάρος της θα έχει ολοκληρωθεί.
Η πολιτική στράτευση μόνο σε ένα περιβάλλον μεταφυσικά νοηματοδοτημένο μπορεί να επιβιώσει, ακριβώς όπως κάθε αίρεση προϋποθέτει ένα περιβάλλον ορθοδοξίας για να αντλεί νόημα η ύπαρξή της. Διαφορετικά, θα έπρεπε να δημιουργήσει η ίδια νόημα εκ του μηδενός. Και η πρόσφατη πολιτική ιστορία, προδήλως, αποδεικνύει την πολιτική βιοτή θεαματικά αδύναμη για κάτι παρόμοιο. Αυτή, μάλιστα, η παρατήρηση απαντά αφοπλιστικά στη γνωστή θεώρηση του Καστοριάδη ότι ύπατο μέτρο αποτίμησης κάθε κοινωνίας οφείλει να είναι η πολιτική της συνειδητοποίηση...]
οι σκοποί καί τα μέσα
Για να επανέλθουμε: Η πολιτική ενεργοποίηση, στις διαυγέστερες ώρες της, αναδυόταν από ένα υγειές κίνητρο και διαπνεόταν από μια φωτεινή πρόθεση. «Στις διαυγέστερες ώρες της», δηλαδή στις περιστάσεις που οι φορείς της_ ξ ε π ε ρ ν ο ύ σ α ν_ τ ο ν_ ε α υ τ ό_ τ ο υ ς. Το πρόβλημα είναι ότι, συνήθως, αυτές οι φάσεις ούτε διαρκούν πολύ ούτε αφορούν όλους. Είναι τότε που αρχίζει να εγείρεται το ανάστροφο ενδεχόμενο, η “μελανή σελήνη” της πολιτικής συστράτευσης: Τη θέση του καταφατικού κινήτρου και της φωτεινής πρόθεσης καταλαμβάνει ένα αρνητικό κίνητρο με μια πρόθεση αντί-θεσης, Διόλου απροσδόκητα, βέβαια... Ας θυμηθούμε μόνο ότι η κεντρική αξία στην οποία η πολιτική ευαισθησία ευθύς εξ αρχής επένδυσε ήταν η αμφισβήτηση, η επαναστατικότητα, η ανατροπή. Αυτό σήμαινε ότι η Άρνηση αναγόταν σε Σκοπό, η σ ύ γ κ ρ ο υ σ η έπαυε να εκλαμβάνεται ως – αναγκαίο έστω –  κ α κ ό, προκειμένου ν’ αρχίσει να προσημαίνεται θετικά! Η επιζήτηση της ρήξης καθ-ιερωνόταν, έτσι, σε προοδευτική δυναμική... Ο δρόμος, έκτοτε, για κάθε άνθρωπο (πολύ περισσότερο : για την πλευρά εκείνη του εαυτού κάθε άνθρωπου) που νοιώθει να ρέπει στην εκδήλωση βίας, ανοιγόταν διάπλατος: Βρισκόταν, επιτέλους, στη διάθεση μας ένας σκοπός κατάλληλος ν’ «αγιάσει» οποιοδήποτε μέσο μας.
[Μια μικρή, εδώ, παρένθεση: Από τις πιο θεαματικές εικονογραφήσεις τού πώς μια τέτοια αντίληψη βαλσαμώνει τη ζωή είναι η περιπέτεια της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Από την πρώτη στιγμή, η ερμηνεία που συντριπτικά και μονότροπα αποδόθηκε στο γεγονός δεν ήταν η Θυσία – ήταν η Διεκδίκηση. («Εμείς δεν κάνουμε μνηνόσυνο», κραύγαζε εκείνες τις εποχές ένα σχετικό πανώ των αναρχικών.) Το αποτέλεσμα ήταν το πιο ραγδαίο στη νεώτερη ιστορία μας μαράζωμα μιας γιορτής, που πια έχει μετασχηματισθεί σε «ακμαία» μιζέρια: Μόνο κάποιους επαγγελματίες οπαδούς συστοιχίζει σε ισχνές κομματικές παρελάσεις, τη στιγμή που οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί δεν αφιερώνουν ούτε μισή ώρα εκπομπής ενώ οι κρατικοί, που το κάνουν, τιμωρούνται αδυσώπητα άπό τους θεατές τους...
Αξίζει, στο ίδιο πλαίσιο, να παρατηρήσουμε ότι σήμερα, που πλέον τα πολιτικά ρεύματα έχουν αποσυρθεί από το προσκήνιο της Ιστορίας, έχουν πάντως αφήσει ένα διόλου δυσδιάκριτο κατάλοιπο: Μια κουλτούρα Αντιθέσεων που θρυμματίζει κάθε Συλλογικότητα – μικρή ή μεγάλη. Μάλιστα, πρώτα της θύματα προβαίνουν τα ίδια τα πολιτικά κόμματα! Μόνη αναγνωρίσιμη πολιτική ταυτότητα, πια, έχει εμπεδωθεί η Απόρριψη – κι αυτό αρχίζει να αποδεικνύεται ανυπέρβλητος «ορίζοντας» του πολιτισμού μας.]
Εν μέσω παρόμοιων εξελίξεων, το ερώτημα που συγκεφαλαιώνει όλα τα άλλα είναι γιατί η Πολιτική πιστοποιήθηκε τόσο πολύ ανεπαρκής, ακόμα και ω ς_ π ρ ο ς_ τ ο υ ς_ σ κ ο π ο ύ ς εκείνους π ο υ_ η_ ί δ ι α_ έ θ ε τ ε_ σ τ ο ν_ ε α υ τ ό_ τ η ς. Ένα ερώτημα, ιδού, που θα μπορούσε να μας αναγάγει στη διερώτηση για, αυτόν τούτον, το λόγο τής ύπαρξής της. Όπως θα μπορούσε, επίσης, να είχε τεθεί πολύ πριν αυτή η αποτυχία καταστεί αυταπόδεικτη. Στην εποχή τής πιο υπερτροφικής της διόγκωσης στον τόπο μας – τη μεταπολίτευση – για παράδειγμα, όφειλε να είχε εγείρει ένα «υπαρξιακής» τάξης ερώτημα η απουσία ενός, έστω, μεγάλου έργου τέχνης (μυθιστορήματος, ταινίας, μουσικής σύνθεσης – με μη αναδρομικό περιεχόμενο) που να μορφοποιεί σε κάλλος την κρατούσα συνθήκη. Μια ολόκληρη κοινωνία που διαδήλωνε πως υπάρχει μόνο και μόνο χάριν τής πολιτικής της υπόστασης, αδυνατούσε να μαρτυρήσει πως αυτό τής διασφαλίζει μια, πράγματι, ποιοτική σχέση με τον τόπο και τον καιρό, Μ’ άλλα λόγια, ανάμεσα στα μεγαλεπήβολα οράματα ενός πειθαρχημένου μέλλοντος (κάθε όραμα είναι όραμα υποταγής του μέλλοντος στην αυθεντία τών κατανοήσεών μας) το  κ υ ρ ί ω ς_ σ τ ο ί χ η μ α_ έδειχνε να φεύγει χαμένο: Το στοίχημα εάν το κ ε ν ό τής καθημερινότητας θα π λ η ρ ω θ ε ί. Ας θυμηθούμε τη βεβαιότητα που δέσποζε: «Το κάθε τι είναι πολιτική.» Μη συνειδητοποιώντας πως η αλαζονεία κάθε υπεραπλούστευσης συνοψίζεται στο να πιστεύει, ακριβώς, ότι είναι σε θέση να περικλείσει τα πάντα,
ο διορισμός των σημασιών
Κατά τη δική μας θεώρηση, η στρατηγική εκείνη που εγγυόταν την αποτυχία σύνολης της νεωτερικής πολιτικής επι-στράτευσης ήταν ότι καλλιεργούσε μια συνείδηση του εαυτού της ως ακέραιου νοήματος, ως αυτόνομης σφαίρας, ως απόλυτου σκοπού, Αρκεί να θυμηθούμε πως προέκρινε πάντοτε την αλλαγή των Δομών έναντι της μεταβολής των Συνειδήσεων, διαβεβαιώνοντας κατηγορηματικά ότι γύρω απ’ τις πρώτες αρθρώνεται η Ιστορία. Ως προς τούτο, συνιστούσε ανέκαθεν μια κραταιά υπόσχεση ευκολίας: Το ηθικά φορτισμένο πρόσχημα για την ανάληψη ενός Νοήματος «ελάσσονος απαιτητικότητας». Που αξιωνόταν, ναι, κάποτε να εμπνεύσει υψηλή ποιότητα στις περιστάσεις – αλλά μόνο για να καταπνίξει, προς στιγμήν, τον απώτερο τρόμο: Την «αναμέτρηση» με το όντως αυθύπαρκτο νόημα!
Αν το κάθε τι ήταν πολιτική, τότε όλα θα προέκυπταν, βέβαια, «ειδυλλιακά»: Αφ’ εαυτής, θα μπορούσε να διευθετήσει τα πάντα... Ενώ, ταυτόχρονα, η ζωή θα πειθαρχούσε στα σχήματα τής ανθρώπινης διάνοιας! Ίσως όλα γίνονταν αβάσταχτα ελαφρά, έτσι, όμως θα αισθανόμασταν, επιτέλους, εξουσιαστές κάθε χρόνου... Κύριοι, σε μια πλάση λιγώτερο ζωντανή, πιθανόν – πάντως Κύριοι! Με το να αδυνατεί, σήμερα, να διευθετήσει και πολλά πράγματα αφήνει, μεν, τον κόσμο ακατάστατο αλλά_ δ ε ν_ ε ί ν α ι_ α υ τ ό_ τ ο_ μ έ γ ι σ τ ο_ δ ρ ά μ α: Εάν τυχόν ήταν, θα προβαίναμε αποφασιστικώτεροι σε αμεσώτερους τρόπους να το απαλύνουμε. Το συμπαντικό δράμα είναι ότι επιτρέπει και πάλι να_ χ α ί ν ο υ ν_ τ ε ρ ά σ τ ι α_ χ ά σ μ α τ α, ότι εγκαταλείπει κι αυτή τη φορά τόν πανικό τής «τυχαιότητας» άστεγο.
Στο μεταξύ, πριν στεφθεί “αυτοκρατορικά” την αποτυχία της, είχε προλάβει να διεκπεραιώσει “φιλότιμα” κάθε άλλο καθήκον που είχε αναλάβει. Πρώτα ίσως απ’ όλα, να μεταβάλει ριζικά ό,τι αφορούσε τη σχέση ανθρώπου και χρόνου. Η εξέλιξη της Ιστορίας μεταφραζόταν σε αναμέτρηση της «προόδου» με τη «συντήρηση», κι όσο για το εκάστοτε παρόν, δεν συμπύκνωνε παρά την αέναη πάλη «παλαιού» και «καινούργιου». Το νεώτερο – δηλονότι – νόημα ήταν πως τα πράγματα εντέλονται να προσκομίζουν μία και μόνη εκδοχή – εξ ορισμού δεδομένη: Το Παλαιό οφείλει να εξαντλείται στην ιδιότητα της αχρηστίας – ενώ το Καινούργιο ενέχει, εξ καθέδρας εγγυημένα, θετικά μοναχά ενδεχόμενα. Η_ ν ο μ ο τ έ λ ε ι α, εδώ, κ η ρ ύ σ σ ε ι_ ε κ τ ό ς_ ν ό μ ο υ_ τ η ν_ ε λ ε υ θ ε ρ ί α_ εν ώ η ανθρώπινη συνείδηση απαλλάσσεται από τα πιο επώδυνα διλήμματα της. Η αυτονοηματοδότηση του κόσμου επιμερίζεται σε αυτονοηματοδότηση των πραγμάτων. Η ζωή, τώρα, παύει να ξεδιπλώνεται μέσα σ’ ένα σύμπαν απείρων διαστάσεων, ώστε να διαδραματισθεί κάθε τι στη χωροταξία μιας ευθείας γραμμής. Δεν έχουμε, πια, να κάνουμε με ένα πλέγμα από αντιφάσεις που υπερβαίνουν κάθε απόπειρα κωδικοποίησής τους: Κάθε “πράττειν” έχει το μονοσήμαντο ισοδύναμο τής ερμηνείας του. Και οι σπουδαίες επιλογές δεν θα περικλείσουν άλλη φορά (απαράλλακτα όπως οι σπουδαίες στιγμές μας) την πολλαπλότητα τών λογικά αντιθέτων : οφείλουν να συσκευάζονται χημικά αμιγείς! Η ζωή, εν προκειμένω, μοιάζει να συστέλλεται κάπως – αλλά είναι που κανένας φιλόδοξος σκοπός δεν μπορεί, προφανώς, να υπηρετηθεί χωρίς κόστος...
[Ας συγκρατήσουμε, σε συνάφεια με τα προηγούμενα, ότι τα ολοκληρωτικά κρατικά μορφώματα  του σοβιετικού συνασπισμού, απ’ αυτή τη σκοπιά θεωρούμενα, υλοποιούσαν τη μοναδική ιστορική προοπτική μιας παιδείας που αναλύει τα πάντα προκρούστεια, μιας φιλοσοφίας που δεν αναστοχάζεται τη μονοσημία της, ενός πολιτισμού που αγνοεί τις συνθετικές απαντήσεις.]
Εκ των υστέρων, στις μέρες μας, το πρακτικό αποκύημα μιας τέτοιας κατανόησης των δεδομένων το ατενίζουμε, γύρω μας, σε μια συμπαγώς κρυστάλλινη όψη του: Διανύουμε την περίοδο που επαληθεύει τραγικά ότι η βελτίωση των «υλικών όρων» μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει (απολύτως   αντίθετα προς τις επαγγελίες των «προφητών» τών νέων καιρών) με την επέλαση του πιο ανήμερου κενού. Κι όμως, σύμπασα η μυθολογία της προόδου... εφησυχάζει απρόσβλητη! Μπροστά σε μια τέτοια υπνηλία τής συνειδητότητας, οι διαπιστώσεις δεν μπορούν να μην προβαίνουν σκληρές: Αν τυχόν συμφωνήσουμε ότι το_ ν ό η μ α έγκειται στην_ ε κ λ έ π τ υ ν σ η τού_ ν ο ή μ α τ ο ς, η πολιτική σφαίρα συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω να παρέχει άσυλο σε όσους συμπολίτες μας έχουν υιοθετήσει, ως προσωπικό τρόπο βίωσης των πραγμάτων, τη ροδαλή αφασία...
η κατίσχυση της ελαφρότητας
Σημαίνουν αυτά ότι δεν απομένει καμμιά σημασία στην πολιτική ζωή; Παρ’ όλα τα προηγούμενα, θα απέβαινε ανεδαφική μια παρόμοια κρίση: Η συνιστώσα της ανθρώπινης ύπαρξης που υπόκειται στο «βασίλειο της ανάγκης», αποκαθιστά την Πολιτική Ευθύνη στην επικράτειά της. Το πρόβλημα, εν τούτοις, κρύβεται στο ότι κάθε πολιτικό αίτημα, οσοδήποτε δίκαιο, δεν παύει να_ ε γ κ α θ ι σ τ ά_ τ ο_ κ έ ν τ ρ ο_ τ η ς_ ζ ω ή ς_ σ τ η ν_ ε π ι φ ά ν ε ι ά_ τ η ς. Μ’ αυτή την έννοια, καμμιά πολιτική προσέγγιση δεν είναι αρκετά ριζοσπαστική απέναντι στα συμπτώματα που φιλοδοξεί να θεραπεύσει. Αυτό σημαίνει πως η βαθύτερη ανάγκη είναι να ανακτήσουμε μια εναργή συνείδηση των προτεραιοτήτων: Αν δεν θέλουμε η ζωή μας να συμπτυχθεί μέσα στα στενά πλαίσια μιας αναπαλαιωμένης πολιτικολογίας, οφείλουμε να ξέρουμε ότι τα πολιτικά προτάγματα αντιστοιχούν σε ηθικές επιλογές. Κι αν δεν θέλουμε η ζωή μας να δαπανηθεί μέσα στα φτωχά όρια μιας αυτοδικαιούμενης ηθικολογίας, χρειάζεται να ξέρουμε ότι οι ηθικές επιλογές συγκεφαλαιώνουν πολιτισμικές συντεταγμένες. Αν, τέλος, η ζωή μας δεν αρκείται να αναλωθεί στις διαστάσεις μιας ανθρωποκεντρικής αυτοαναφορικότητας, δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι πολιτισμικές συντεταγμένες ενσαρκώνουν μεταφυσικές αναφορές.
Επί του προκειμένου, λοιπόν, σημασία έχει εκείνη η π ο λ ι τ ι κ ή μαρτυρία η οποία θα υπενθυμίζει ότι τα δεδομένα της γης γονιμοποιούνται σε επίπεδο π ο λ ι τ ι σ μ ο ύ. Μ’ άλλα λόγια, το πώς διατρέχουμε την Καθημερινότητα διαμορφώνει καθοριστικώτερα την Ιστορία από το πώς ενεργοποιεί τους μηχανισμούς της οποιαδήποτε διαχειριστική εξουσία.
Η αποτυχία της Πολιτικής είναι, ακριβώς, η αποτυχία της Εξουσίας να διαπλάσει τη ζωή. Είναι η αστοχία της αυτονόμησης μιας απ’ τις σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης, η διάψευση της απολυτοποίησης μιας επί μέρους προοπτικής. Στη ρίζα της, είναι η αποτυχία αυτού του κόσμου να αντλήσει περιεχόμενο από τον εαυτό του.
Και οι προεκτάσεις αυτής της αποτυχίας είναι πολύ καταλυτικώτερες απ’ όσο οποιαδήποτε πολιτική θεωρία έχει τολμήσει να διαγνώσει. Το κρισιμώτερο, οπότε, πολιτικό πρόβλημα στην ελληνική επικράτεια σήμερα είναι μια πολιτιστική υποτροπή που σαρώνει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αιχμή του συμπτώματος, η προέλαση μιας απερίφραστα νεοκυνικής κουλτούρας του Κενού, με ρητό σημείο αναφοράς της τη Βία. Το φαινόμενο είναι και πολιτικό, ακριβώς επειδή η βία δείχνει να συνιστά το νέο ορίζοντα τού «τρόπου» μας. Ασυγκρίτως ευρύτερα από τις επιλεκτικές κινδυνολογίες περί νεοφασισμού και ρατσισμού, σε κάθε πεδίο επικοινωνίας (με σημαιοφόρο τη λογοτεχνία) διαχέεται απροκάλυπτα το όραμα μιας κοινωνίας όπου η βία θα συνιστά σπορ, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ανάγκη για ειδικές αφορμές. Στο σύμπαν της νέας εποχής, ας εννοήσουμε, η Βία θα παρέχει το Νόημα. Ήδη, γύρω μας, μια βία ως προς την οποία η εγκληματικότητα αποτελεί μόνο την ορατή όψη τού παγόβουνου, δίνει τον ρυθμό. (Τρομάζουμε όλοι με τα εγκλήματα πολέμου μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ας διανοηθούμε, ωστόσο, για μια στιγμή τι θα εξελιχθεί αν η νεοελληνική, παρούσα, γενιά που έχει αναγάγει σε διασκέδαση τη νεκροφιλία, βρεθεί σε συνθήκες πολέμου!) Η πιο απλή λύση, φυσικά, να κατα-σφαλίζουμε την οπτική μας: Η προ των πυλών απειλή δεν είναι η εξάπλωση της νεκρόσιτης ανίας – η, προ των πυλών, απειλή είναι ο... «εθνικισμός». Η πολιτική, ιδού, συνείδηση, έστω και στην εποχή τής αναδίπλωσής της, εξακολουθεί να επιτελεί τον προορισμό της: Ν α_ σ τ ρ έ φ ε ι_ τ α_ β λ έ μ μ α τ α_ α λ λ ο ύ! Στην καλύτερη περίπτωση, να επικεντρώνει... Να επικεντρώνει στο δένδρο, εκείνο, που θ’ αποκρύψει το δάσος.
η ανάκτηση της θλίψης
Για ν’ αρχίσουμε να συνοψίζουμε: Ο αιώνας της πολιτικής περιπέτειας καταθέτει ό,τι αυθεντικά κυοφορούσε... Η απονοηματοδότηση αποκαλύπτεται, μια ακόμα φορά, μόνη προβολή κάθε αυτονοηματοδότησης. Εν προκειμένω, ακόμα και της περισσότερο συγκροτημένης.
Όσο για μας: Οι στόχοι της πολιτικής μάς ενδιαφέρουν. Δ ε ν_ μ α ς_ ε ν δ ι α φ έ ρ ε ι_ ε ξ_ ί σ ο υ_ η_ ί δ ι α. Στις διαστάσεις που μέχρι σήμερα τη γνώρισε η Ιστορία, το χρησιμότερο που θα είχαμε να της προσφέρουμε θα ήταν μια ραψωδία επωδου
«για κάθε τι που ώς τώρα μάχεται λειψό»
αν είναι να καταφύγουμε, μια ακόμα φορά, σε ό,τι ανακεφαλαιώνει ο Διονύσης Σαββόπουλος: Ας προσέξουμε ότι τα πρόσωπα που πληρέστερα κατανόησαν την πολιτική, έχουν από καιρό μετακομίσει πέρα απ’ τα πλαίσιά της. Φροντίζοντας ίσως να κρατήσουν τις ακριβώτερες όψεις της – τις οποίες η δική της αυτοσυνειδησία ποτέ, ανταξίως, δεν τίμησε. Έχοντας συγκρατήσει, για παράδειγμα, ορισμένους στίχους που μόνο σε εποχές περισσότερο γενναιόδωρες από τη σημερινή ήταν σε θέση να μεταδοθούν:
«Τι να πω, τέλος πάντων, ντρέπομαι και να το πω: Πως είν’ ωραίος ο κόσμος επειδή σ’ αγαπώ!»
Η ομορφιά, εδώ, δεν… καταστέλλει τις αναστολές της. Δηλαδή το βίωμα δεν ανακαλεί την πολυσημία του. Η ζωή δεν αναιρείται, έτσι : η ζωή, τότε μόνο, ανασταίνεται!
[Μ’ άλλα λόγια: Η πολιτική εγρήγορση προϋπέθετε, οπότε και αντανακλούσε, ένα πολιτισμικό περιβάλλον πολύ πιο προωθημένο απ’ όσο η ίδια ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει. Το ίδιο ακριβώς περιβάλλον, για να ανατρέξουμε σε ένα άλλο παράδειγμα, που φόρτιζε συνεγερτικά την παρουσία της κοπέλλας στον ώμο τού συνοδού της, στην περίφημη φωτογραφία απ’ τον γαλλικό Μάη του ’68. Από τότε και έπειτα, σε αναρίθμητες κινητοποιήσεις, διαδηλώτριες και διαδηλωτές δοκιμάζουν να ανα-παραστήσουν το αυτό στιγμιότυπο – πλην όμως, με εξ ολοκλήρου ασήμαντα αποτελέσματα, που κανενός την προσοχή δεν αξιώνονται, ως εικός, ν’ αποσπάσουν: Εκείνο που τα ανάτυπα αδυνατούν δραματικά να συλλάβουν είναι τη θλίψη που_ δ ι α π ό τ ι ζ ε_ τ ο_ π ρ ω τ ο τ υ π ο. Μα, αυτή ακριβώς η θλίψη ήταν που στεφάνωνε θαμβωτικά την ανθρώπινη παρουσία. Αυτή που, μονάχη, της δώριζε νόημα!]
Το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη χαρά και στη λύπη ήταν, ωστόσο, πάντοτε ο «αδύναμος κρίκος» τού καθ' όλου «διαφωτιστικού» οικοδομήματος. Εξ αυτού και, κάθε φορά, δεν δυσκολευόταν ν’ αναιρεί ακόμα και τις συμπαθέστερες δικές του εκφάνσεις. «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να χωρέσει τη θλίψη», ήταν η εκδοχή που τελικά επικράτησε. Η διάσταση την οποία αδυνατεί να ευρυχωρήσει ετούτη η οπτική, είναι ότι τα φαινόμενα αναδύονται μέσα από μια λυτρωτική κάποτε αντινομία! Ίσως, εν τέλει, το ερώτημα που συνθέτει τα πάντα είναι αν είμαστε σε θέση να... χαιρετήσουμε τη λύπη:
« Όσα πουλιά κι αν μου χαρίσετε, εγώ θα φύγω πάλι
Γιατί αγαπώ κάτι πουλιά μαύρα πουλιά, πουλιά πικρά πουλιά της δυστυχίας.»
Μόνο μετά από μια τόσο ριζική ανατροπή τα πράγματα (δηλαδή ο κόσμος) μπορούν να ξανακερδίσουν μια μεθυστική ισορροπία. Η ζωή, ποιος δεν το βλέπει, αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία. Σημασία, ώστε, απομένει να έχει ποια σημασία αποδίδουμε στην ελευθερία.
Σημασία, σα να λέμε, έχει τι καταλαβαίνουμε για ζωή.
* : Εκτενές μέρος αυτού του κειμένου δημοσιεύθηκε σε αφιέρωμα του περιοδικού «Σύναξη» στο θέμα της Πολιτικής (τχ 55. Σεπτέμβριος 1995). Στην παρούσα, πλήρη, παράθεση έχουν ενσωματωθεί και ορισμένες φραστικές βελτιώσεις.
** : κατά τον χρόνο σύνταξης του κειμένου – στα 1995.
Πηγή: Αντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου