Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Θα καταρρεύσει η… Γερμανία; Του Θέμη Τζήμα

Οι ελληνικές εκλογές της 17ης Ιούνη έκαναν κακό στην Ευρωζώνη: έστειλαν το μήνυμα στην αντιδραστική ηγεσία της Γερμανίας ότι ο εκβιασμός της πέρασε. Δεν έχει σημασία αν αυτή είναι η πλέον ακριβής ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος. Αυτό συμπέρανε ο ξένος παράγοντας και ειδικά η γερμανική ηγεσία.
Τώρα λοιπόν συνεχίζει ακάθεκτη, με αυστηρή προσήλωση στην ίδια στρατηγική που εφαρμόζει από την έναρξη της κρίσης μαζί με τους εκόντες- άκοντες συνεργάτες της στην ευρωζώνη. Δε φταίει φυσικά για αυτό, μόνο το ελληνικό εκλογικό αποτέλεσμα. Ωστόσο θα μπορούσε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα να αποτελέσει σημείο καμπής. Να ωθήσει με σκληρό τρόπο στην επαναφορά όλων στην πραγματικότητα της πολύπλευρης αποτυχίας της πολιτικής του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού και μονεταρισμού. Με βάση την πραγματικότητα αυτής της αποτυχίας πρέπει να συζητούμε, όχι με δογματικούς ηθικισμούς. Δυστυχώς, το εν λόγω ορόσημο χάθηκε.
Πλέον προετοιμαζόμαστε για άλλη μια «κρίσιμη» σύνοδο κορυφής, όπου η συζήτηση και τα αποτελέσματα θα είναι όπως όλα δείχνουν μια από τα ίδια. Συζήτηση μόνο για τα συμπτώματα της κρίσης- κρίση χρέους, δανεισμού κλπ- και όχι για τις αιτίες- δημογραφικές, παραγωγικές, χάσμα μεταξύ Γερμανίας και λοιπών μελών της Ένωσης, αμφιθυμία ή και άρνηση της πολιτικής ενοποίησης, επομένως και της οικονομικής, συρρικνούμενος διεθνής ρόλος της Ευρώπης, μετατόπιση τεκτονικών πλακών του παγκοσμίου καπιταλισμού, κυριαρχία του αρρύθμιστου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, εξάντληση των δυνατοτήτων περαιτέρω ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου, αποψίλωση των βασικών επιτευγμάτων της μεταπολεμικής δυτικής Ευρώπης, δηλαδή της μεικτής οικονομίας, του κοινωνικού κράτους δικαίου κλπ.
Αλλά και οι αποφάσεις που θα ληφθούν επί των συμπτωμάτων της κρίσης, θα αποδειχτούν πολύ λίγες, πολύ μυωπικές, πολύ «γερμανικές» και πολύ καθυστερημένες. Η γερμανική ηγεσία δείχνει να αντιμετωπίζει την Ευρωζώνη σαν ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα: αν η ομάδα σου αντί για ισοπαλία μπορεί να κερδίσει, αν αντί για 1-0 μπορεί να κερδίσει με 5-0, γιατί να μην το κάνει; Φταίει αυτή που είναι καλύτερη από τις άλλες;
Το πρόβλημα είναι ότι ο παραλληλισμός με το ποδόσφαιρο είναι ανακριβής: σε ένα υπό ενοποίηση ή ενοποιημένο σύστημα, το ένα μέρος μπορεί να ισχυροποιείται έναντι των υπολοίπων μέχρι ενός σημείου. Αν υπερβεί αυτό το σημείο, η εντροπία του συστήματος εντείνεται επικίνδυνα. Το ισχυρό μέρος πρέπει κατόπιν, είτε να απορροφήσει όλα τα υπόλοιπα συμμετέχοντα μέρη, με ειρηνικά ή βίαια μέσα, αναλαμβάνοντας και το κόστος για αυτό, είτε να αποχωρήσει επίσης πληρώνοντας το αντίστοιχο κόστος. Τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη περίπτωση θα αποδειχθεί ότι ένα νέο σημείο ισορροπίας είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Τότε, το υπό διαρκή ισχυροποίηση μέρος αποδεικνύεται πολύ ισχυρό ώστε να βρεθεί σε καθεστώς έστω σχετικής ισοτιμίας με τα υπόλοιπα αλλά πολύ ανίσχυρο ώστε να σηκώσει μόνο του το βάρος όλων των υπολοίπων. Εκεί επέρχεται η κατάρρευση.
Αυτός είναι ο κίνδυνος για τη Γερμανία. Η Γερμανία δηλαδή αποδεικνύεται βραχύ- μεσοπρόθεσμα πολύ ισχυρή ώστε να χαλιναγωγηθεί από τους υπολοίπους Ευρωπαίους, ενώ ο «αγγλοσαξονικός» κόσμος δείχνει απρόθυμος και αμφίθυμος απέναντι σε μια ουσιαστική παρέμβαση στα εσωτερικά της Ευρώπης. Η Γερμανία όμως μακροπρόθεσμα θα αποδειχτεί ανίσχυρη να «σώσει» όσους ωθούνται στην ανάγκη να χρειάζονται «σωτήρες», εν πολλοίς εξαιτίας των επιλογών της ίδιας της Γερμανίας που καθίστανται ευρωπαϊκές πολιτικές, στη βάση της ισχύος της και της αδυναμίας των ηγεσιών των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών.
Η Γερμανία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας, ούτε και όλων των άλλων κρατών που μπαίνουν στην ουρά, σιγά- σιγά. Οι δικές της τράπεζες θα αρχίσουν επίσης να αντιμετωπίζουν φυγή κεφαλαίων ενδεχομένως προς τις ΗΠΑ. Οι αγορές θα ζητούν ολοένα υψηλότερα επιτόκια για να τη δανείσουν. Το οικονομικό, πολιτικό και ψυχολογικό σοκ σε μια βιομηχανική οικονομία με πανίσχυρο αίσθημα αυτοπεποίθησης θα είναι ξαφνικό, καταλυτικό και απότομο. Η Γερμανία θα πρέπει άρδην τότε να αλλάξει πολιτική αποκηρύσσοντας τη σημερινή της στρατηγική ή να καταστεί ο μεγάλος, κηδεμονευόμενος ασθενής. Ποιος αλήθεια όμως θα είναι πρόθυμος και ικανός να τη “σώσει”; και με ποιο κόστος;
Η “εκδίκηση” της πραγματικής οικονομίας θα έλθει από την προτίμηση στην οικονομία που “γέννησε” τον καπιταλισμό- καζίνο, τις ΗΠΑ. Ο πειρασμός για τον αγγλοσαξωνικό κόσμο μαζί με την Κίνα- ίσως συμπληρωματικά και με κάποιες άλλες αναδυόμενες δυνάμεις- να πετύχουν μια νέα ηγεμονική ρύθμιση και να παρέμβουν στην Ευρώπη θα είναι ολοένα μεγαλύτερος, ενώ η Γερμανία θα στοχοποιείται ολοένα περισσότερο ως η κατεξοχήν υπεύθυνη για τις παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες. Οι επιδράσεις από εκεί και πέρα θα είναι αλυσιδωτές στο γεωπολιτικό και οικονομικό πεδίο.
Σύντομα λοιπόν η Γερμανία θα αρχίσει να κλυδωνίζεται. Εάν εμμείνει στην ίδια πολιτική, ως φαίνεται, θα αντιληφθεί πολύ καθυστερημένα, την κρίση να τη χτυπάει πολύπλευρα και καταλυτικά. Το πώς θα αντιδράσει τότε είναι άδηλο. Μπορεί να φύγει από την ευρωζώνη, μπορεί να εμμείνει συγκρουσιακά στην ίδια πολιτική, μπορεί να προσπαθήσει να αλλάξει πορεία. Θα είναι αργά, οι λύσεις απελπιστικά λιγότερες και πιο επώδυνες για την ίδια τη Γερμανία, σε ένα περιβάλλον αναδυομένων ευρωπαϊκών εθνικισμών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η γερμανική πολιτική ελίτ κάνει στρατηγικά λανθασμένο υπολογισμό. Που την καταλαμβάνει η οίηση και που δημιουργεί έντονες εις βάρος της αντιπαλότητες, με εν δυνάμει τεράστιο κόστος για τη χώρα της. Δεν είναι η πρώτη φορά που «μετράει» λανθασμένα τον κόσμο γύρω της. Υπερτιμά την ισχύ της και την απροθυμία άλλων κρατών, κυρίως των ΗΠΑ και δευτερευόντως της Γαλλίας σήμερα, να συγκρουστούν μαζί της. Μετράει λάθος την έκταση της κρίσης, τόσο τη χρονική, όσο και το βάθος της.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εκτιμήσουμε αν συμφέρει την Ελλάδα να έχει πειθήνιες προς το γερμανικό κατεστημένο ηγεσίες ή αν είναι επωφελέστερο να έχει ηγεσίες που θα γίνουν καταλύτες για μια κυοφορούμενη σύγκρουση. Για μια σύγκρουση που θα διεξαχθεί, μέσα από συμμαχίες που θα θυμίζουν εν μέρει ή εν πολλοίς, σε ένα άλλο πλαίσιο φυσικά, αυτές του 20ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου