Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Οι φόβοι για το νέο -οικονομικό- τείχος του Βερολίνου. Της Μπαλή Κάκη

Ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, είναι από τους λίγους στην κυβέρνησή του που δίνουν τη μάχη για την ευρωπαϊκή ιδέα χωρίς αστερίσκους. Η Φινλανδία είναι μια από τις χώρες που εγγυώνται με το «άριστα» της πιστοληπτικής τους ικανότητας τη φθηνή χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης, ταυτόχρονα όμως είναι και η χώρα που διεκδίκησε και πήρε εμπράγματες εγγυήσεις από τον κλυδωνιζόμενο Νότο για τα δάνεια που δίνει.
Γι' αυτό και η δήλωση του Στουμπ, ότι «δεν θέλουμε ένα νέο τείχος του Βερολίνου στην Ευρώπη, αυτή τη φορά ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο», δεν είναι ένα ακόμη λεκτικό πυροτέχνημα, από τα αμέτρητα που ακούμε από τότε που ξέσπασε αυτή η κρίση. Ο Φινλανδός πολιτικός κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον διαφαινόμενο νέο διχασμό στην Ευρώπη -και δεν είναι ο μόνος. Την ίδια αγωνία εξέφρασαν την εβδομάδα που πέρασε με κοινή επιστολή τους οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών χωρών της Βαλτικής μαζί με τον Γερμανό ομόλογό τους.
Όσο βαθαίνει η κρίση, όσο «ξεθυμαίνει» σε χρόνο ρεκόρ η ανακούφιση από κάθε «ιστορική» απόφαση των αμέτρητων έκτακτων συνόδων κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπισή της, τόσο αυξάνεται ο φόβος για τη συνοχή της Ευρώπης. Αυτή τη φορά το «νέο τείχος» δεν θα χωρίζει δύο ιδεολογίες, δύο στρατιωτικές συμμαχίες με πυρηνικούς πυραύλους, αλλά πλούσιους και φτωχούς, ανταγωνιστικούς και μη, δημοσιονομικά «πειθαρχημένους» και «απείθαρχους», πλεονασματικούς και ελλειμματικούς.
Για την ώρα η πιθανότητα να γίνει αυτός ο φόβος πραγματικότητα είναι μικρή, αλλά όχι πια μηδενική, όπως ήταν δυο χρόνια πριν. Πολιτικά το επιδιώκουν οι πάσης φύσεως εθνικιστές του Βορρά, από τους «Αληθινούς Φινλανδούς», που το λένε ευθαρσώς, μέχρι τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας, που το ψελλίζουν εμμέσως. Αλλά οι δυνάμεις αυτές είναι -ακόμα;- μειοψηφικές στις κοινωνίες τους.

Οι πλεονασματικοί…
Στο οικονομικό επίπεδο, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Την ώρα που ολόκληρος ο ευρωπαϊκός Νότος βυθίζεται στην κρίση χρέους και αναγκάζεται σε περιβάλλον ύφεσης να κόβει δημόσιες δαπάνες για να συμμαζέψει τα ελλείμματά του -ουσιαστικά αυτοχειριζόμενος- η Γερμανία παρουσίασε το πρώτο εξάμηνο του 2012 ένα εντυπωσιακό πλεόνασμα: 8,3 δισεκατομμύρια ευρώ - ή 0,6% του γερμανικού ΑΕΠ- περίσσεψαν στα δημόσια ταμεία, χάρη στα αυξημένα δημόσια έσοδα.
Το μερίδιο του λέοντος σ’ αυτή την αύξηση -11,6 δισ. ευρώ- το προσέφεραν οι ασφαλισμένοι στο γερμανικό ΙΚΑ, που είναι περισσότεροι παρά ποτέ χάρη στη χαμηλή ανεργία. Η συνεισφορά τους ήταν υπεραρκετή για να καλύψει το έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των τοπικών κυβερνήσεων. Πλεόνασμα είχαν και οι δήμοι και οι κοινότητες, χάρη στα αυξημένα έσοδα από τη φορολόγηση των επιχειρήσεων.
Τώρα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ονειρεύεται να παρουσιάσει στο τέλος του χρόνου ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ωστόσο πολλοί οικονομολόγοι τον προειδοποιούν να κατεβάσει τον πήχη, αφού οι περισσότεροι δείκτες προϊδεάζουν για επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας.

…και οι ελλειμματικοί
Αυτή την επιβράδυνση βιώνουν ήδη με δραματικό τρόπο οι χώρες του Νότου, ενώ από κοντά ακολουθούν η Γαλλία - με μηδενικό ρυθμό ανάπτυξης- και το Βέλγιο. Συνεπώς, οι προσπάθειες που πρέπει να καταβάλουν αυτές οι χώρες για να πετύχουν τον στόχο των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών -που αποφασίστηκε υπό γερμανική πίεση σε μια από τις «ιστορικές» συνόδους κορυφής- είναι εξαιρετικά άνισες σε σχέση με τη Γερμανία.
Οι Γερμανοί λένε ότι «εμείς προσπαθήσαμε δέκα χρόνια για να γίνουμε από μεγάλος ασθενής και πάλι ατμομηχανή της Ευρώπης, ακολουθήστε το παράδειγμά μας». Την ίδια ώρα, όμως, δεν διευκολύνουν καθόλου τις προσπάθειες των εταίρων, με το τεράστιο πλεόνασμά τους στο εμπορικό ισοζύγιο, που τροφοδοτείται από τα ελλείμματα των άλλων. Κανείς δεν ζητάει από τη Γερμανία να εξάγει λιγότερο ή να κατασκευάζει λιγότερο καλά αυτοκίνητα, για παράδειγμα. Της ζητάνε όμως -ακόμη και πολλοί Γερμανοί οικονομολόγοι και πολιτικοί- να αυξήσει τις εισαγωγές, προϋπόθεση για το οποίο είναι να πληρώνει καλύτερα τους Γερμανούς.
Η αλήθεια είναι ότι από το 2011 η Γερμανία έχει αρχίσει να δίνει αυξήσεις, ωστόσο μόνο σε ένα κομμάτι των εργαζομένων, οι οποίοι ήταν ήδη καλύτερα αμειβόμενοι. Άρα οι αυξήσεις αυτές δεν έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατανάλωση. Μόνο από τις αυξήσεις στα χαμηλότερα εισοδήματα θα επωφελούνταν οι εμπορικοί εταίροι της Γερμανίας, κυρίως αυτοί του ευρωπαϊκού Νότου που εξάγουν ρούχα και τρόφιμα.
Οπότε το «μπαλάκι» για μια βιώσιμη ισορροπία στην Ευρώπη, ώστε να διαλυθούν οι φόβοι για ένα νέο τείχος, είναι στο γήπεδο της Γερμανίας. Το τελευταίο διάστημα έχει αρχίσει εκεί η δημόσια συζήτηση για τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα, με όλο και περισσότερους να επισημαίνουν ότι είναι προς όφελος της ίδιας της Γερμανίας να παλέψει γι’ αυτή την ισορροπία.
Άλλωστε έχουν χειροπιαστά επιχειρήματα για να στηρίξουν τη θέση τους. Το τελευταίο το… προσέφερε η Opel την περασμένη Πέμπτη. Ανακοίνωσε ότι θα βάλει 9.300 εργαζόμενους στο Ρίσελσχαϊμ και την Καϊζερσλάουτερν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, από τον Σεπτέμβριο μέχρι το τέλος της χρόνιας, για να αντιμετωπίσει τη μείωση των πωλήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου «που καταρρέει». Πώς οι Ισπανοί, οι Ιταλοί ή οι Έλληνες να αγοράσουν γερμανικά αυτοκίνητα εάν οι Γερμανοί δεν αγοράζουν ισπανικά παπούτσια, ιταλικά ρούχα και ελληνικό λάδι - ή έστω ελληνικά γενόσημα;
ΑΥΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου