Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Η ομορφιά μπορεί να νικήσει…


Συμβολικά διαφαίνεται η ανάδειξη δύο πολιτικών εικόνων. Από τη μια οι παραπαίουσες «δυνάμεις της ασχήμιας», οι οποίες λυσσαλέα και με οποιοδήποτε τίμημα επιχειρούν τη διατήρηση της πολιτικής τους ισχύος. Σε αντίθεση με αυτές, σκιαγραφείται η ανάδυση των δυνάμεων του νέου, του ελπιδοφόρου και, άρα, του «όμορφου».
Του Νίκου Κουραχάνη

Η εκλογική διαδικασία της 6ης Μαΐου επεφύλασσε ένα απρόσμενο αποτέλεσμα για την Ελλάδα. Απρόσμενο, κατά την κρίση μου, όχι τόσο για το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας ανατράπηκε η παραδοσιακή δικομματική δομή αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος. Απρόσμενο κυρίως γιατί, όπως ακούγαμε εμείς οι νεότεροι, η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε μια κατάσταση μακράς ύπνωσης. Και όντως σε μεγάλο βαθμό βρέθηκε σε χειμερεία νάρκη. Στο πλαίσιο μιας επίπλαστης οικονομικής ευημερίας, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας επαναπαύθηκε ή, καταλληλότερα, αποκοιμήθηκε. Η (ευχάριστη) έκπληξη επομένως ήταν το γεγονός ότι, ενώπιον του αντιδημοκρατικού και αντικοινωνικού περιγράμματος, εντός του οποίου ελήφθησαν τα μέτρα για τη «διάσωση της πατρίδας», η ελληνική κοινωνία αντέδρασε. Η ποικιλότροπη επιλογή πολιτικής αντίδρασης, από το φάσμα των δυνάμεων της αριστεράς μέχρι και του νεοναζισμού, δεν απασχολούν το περιεχόμενο του παρόντος κειμένου. Αντίθετα, το άρθρο απασχολεί η απεικόνιση του αναδυόμενου ως «νέου» - και των ευθυνών που επιφορτίζεται - σε αντιδιαστολή με την επικείμενη κατάρρευση του «παλαιού».

Από την ανοδική πορεία των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 6ης Μαΐου οφείλεται πρωτίστως η κατάδειξη των υποχρεώσεων που επωμίζεται η εν λόγω πολιτική συμμαχία για τη διάσωση της «ξεχασμένης κοινωνίας» [1]. Εξίσου, η επισήμανση σχετικά με τον πολλαπλασιασμό των τιθέμενων εμποδίων και των πολιτικών επιθέσεων στο δρόμο για την ανατροπή. Πολιτικών επιθέσεων, φυσικά αναμενόμενων, από δυνάμεις των οποίων τα χρόνια κατεστημένα συμφέροντα θίγονται από την ανοδική του πορεία. Εκκινώντας από το τελευταίο, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται και θα βρεθεί αντιμέτωπος με απόπειρες διαστρέβλωσης των θέσεων του. Οι απόπειρες αυτές θα διεξάγονται τόσο από τους πολιτικούς του αντιπάλους και τους επικοινωνιακούς υποστηρικτές τους, όσο και από το εσωτερικό του, εφόσον το τελευταίο επιμένει σε μια μη συμπαγή - δυσανάλογη των ευθυνών που συνεπάγονται τα ποσοστά του - «εξωστρεφή πολυφωνία». Κι αν το πρώτο είναι εύλογο, το δεύτερο κρίνεται αδικαιολόγητο. Η τεκμηρίωση και των δύο εκτυλίσσεται παρακάτω αντίστοιχα.

Οι δυνάμεις του παρελθόντος δικομματικού κατεστημένου εντείνουν τη στοχοποίηση προς το ΣΥΡΙΖΑ. Το εγχείρημα αυτό θα γίνεται σκληρότερο και μεθοδικότερο όσο το δικομματικό καθεστώς διαπιστώνει την απώλεια της πολιτικής του ισχύος. Η ιδιότυπη δικομματική συμπόρευση γύρω από την κατασκευή μιας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας ανάμεσα σε «ευρώ ή δραχμή» εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Οι «υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις του δικομματισμού» παραμένουν σταθερά προσηλωμένες στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας σε αντιδιαστολή με τις «ανεύθυνες δυνάμεις της αριστεράς» που υποθάλπουν την υπανάπτυξη, την εσωστρέφεια και τον αντιευρωπαϊσμό. Διαμορφώνεται επομένως ένα ιδιότυπο διπολικό σύστημα ανάμεσα σε μια συμμαχική ρητορεία των δυνάμεων που διακυβέρνησαν τη χώρα από τη μεταπολίτευση ως και σήμερα και τις δυνάμεις που πρεσβεύουν την αλλαγή.

Εμβαθύνοντας, η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, υπό μια ανεπανάληπτη ιστορική ειρωνεία επιχείρησε την επιτυχή, εν μέρει, συνένωση των δυνάμεων της ακροδεξιάς (στελέχη ΛΑ.Ο.Σ.) με τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού (Δημοκρατική Συμμαχία), υπό τον κίνδυνο ανόδου των «αριστερών αντιευρωπαϊκών δυνάμεων» στην εξουσία. Ο συμβολισμός αυτός παραπέμπει, αναπάντεχα, στην υπόμνηση της ιστορικά παράδοξης διασταύρωσης νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρισμού, υπό την σκέπη της «Νέας Δεξιάς». Η συμπόρευση τους, από τα μέσα του ’70 και μετά, αποτέλεσε τον κυρίαρχο ιδεολογικό κορμό της επιχειρηματολογίας για αναδιάρθρωση του «κράτους ευημερίας» στην πλειοψηφία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Από την άλλη, η διατύπωση της διάσωσης της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, ως πρωταρχικού διακυβεύματος, από πλευράς ενός αποσαθρωμένου ΠΑΣΟΚ, συμπλέει με τη λογική του ανωτέρω κατασκευασμένου διλήμματος μεταξύ ευρωπαϊσμού ή αντιευρωπαϊσμού. Το εκφοβιστικό επιχείρημα για μια φτωχή, εξαθλιωμένη και άνευ προοπτικών Ελλάδα αποτελεί επομένως το κυρίαρχο, ενδεχομένως, έσχατο όπλο διατήρησης των δύο κομμάτων στην εξουσία. Σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να παραβλεφθεί η ιστορική ευθύνη της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. και του ανθενωτικού ρόλου που διαδραματίζει εις όνομα της ιδεολογικής του καθαρότητας. Για το τελευταίο όμως καλύτερα ας μιλήσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος.

Συμβολικά διαφαίνεται η ανάδειξη δύο πολιτικών εικόνων. Από τη μια οι παραπαίουσες «δυνάμεις της ασχήμιας», οι οποίες λυσσαλέα και με οποιοδήποτε τίμημα επιχειρούν τη διατήρηση της πολιτικής τους ισχύος. Σε αντίθεση με αυτές σκιαγραφείται η ανάδυση των δυνάμεων του νέου, του ελπιδοφόρου και, άρα, του «όμορφου». Δυνάμεις που οραματίζονται και ευαγγελίζονται την αλλαγή προς μια οικονομικά και κοινωνικά δικαιότερη ρότα. Για να την επιφέρουν κρίνεται επιτακτική και απαράκαμπτη η εκπλήρωση όλων εκείνων των απαιτούμενων από την ιστορία δοκιμασιών που θα τις καταστήσει ικανές για τη διαχείριση της μοίρας ενός λαού. Πρώτη απ’ όλες; Η υπέρβαση του ίδιου τους του εαυτού.

Χρέος του ΣΥΡΙΖΑ το αμέσως επόμενο διάστημα αποτελεί η συνειδητοποίηση ότι ο πολλαπλασιασμός της δύναμης του σε επίπεδο εκλογικών ποσοστών είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τον πολλαπλασιασμό των πολιτικών του ευθυνών. Η συναίσθηση αυτής της ευθέως ανάλογης σχέσης θα επιφέρει την επιζητούμενη πολιτική του ωρίμανση και το μετασχηματισμό του σ’ έναν αριστερό κυβερνητικό πόλο. Το γεγονός αυτό δεν δύναται – ούτε είναι επιθυμητό - να προέλθει με ενδεχόμενη εδραίωση του ως αυτόνομου πολιτικού φορέα. Τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, καθίσταται απαραίτητη η διαμόρφωση ενός πλαισίου στρατηγικών συμμαχιών με τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις. Πρωτίστως και απαραιτήτως επιδιώκοντας την άμβλυνση μιας ανούσια οξυμένης αντιπαλότητας με τον χώρο της Δημοκρατικής Αριστεράς. Εξίσου, συνάπτοντας συνεργασίες ελαχίστων σημείων με δυνάμεις «από τα αριστερά του ΠΑΣΟΚ ως και τον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς» με το θεμελιώδες επιχείρημα των μη ομαλών πολιτικών καιρών.

Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να διατηρεί στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι τα ¾ του τωρινού του εκλογικού κοινού προέρχονται από μια, όχι κατ’ ανάγκη αριστερή, ετερόκλητη προέλευση. Επομένως, στο δύσβατο πολιτικό του μονοπάτι, θα πρέπει να έχει κατά νου την ευκολία με την οποία κομμάτι του τωρινού εκλογικού του σώματος θα απομακρυνθεί. Το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί αναγκαιότητες «στρογγυλέματος» του πολιτικού του λόγου. Αντίθετα, σ’ αυτό το νέο σημείο κοινωνικής και πολιτικής εκκίνησης, θα πρέπει να αντιτάξει και να αποκηρύξει τις δυνάμεις της αδράνειας και της αντιδημιουργικότητας, τις δυνάμεις του «όχι σε όλα». Όλες αυτές τις δυνάμεις που, εν τέλει, θα κατευθυνθούν προς αυτόν από τα πρώην κυβερνητικά κόμματα για να θεσπίσουν νέες εκδοχές πελατειακών σχέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως δύναμη που επικαλείται τη διαφάνεια και την κοινωνική δικαιοσύνη, οφείλει να συγκρουστεί με τα κατεστημένα συμφέροντα που, αναμφίβολα, ενυπάρχουν στον χώρο του συνδικαλισμού και των επιμέρους επαγγελματικών ομάδων και για τα οποία, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν ευθύνεται αυτός. Οφείλει να προχωρήσει στις βαθιές μεταρρυθμίσεις με γνώμονα τον εξορθολογισμό ενός άδικου και κοινωνικά αναποτελασματικού συστήματος κοινωνικής προστασίας, κύριος σκοπός του οποίου κατά την άναρχη μεσοπολεμική, μεταπολεμική και, κυρίως, μεταπολιτευτική ανάπτυξη του ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ανωτέρω επαγγελματικών και πολιτικών συντεχνιών.

Η κυριότερη όμως ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι η εξής: η κοινωνική και οικονομική συγκυρία έφερε σε τούτη τη δυσμενή περίοδο μια προοπτική που ανέμεναν για χρόνια πολλές γενιές αριστερών. Μια προοπτική που καρτερικά περίμεναν όλα εκείνα τα κομμάτια της κοινωνίας που διαπνέονταν από τις αξίες της αριστεράς. Μια ενδεχόμενη αποτυχημένη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην παρούσα φάση θα καταδικάσει την αριστερά σε ρόλο περιθωριακό για πολλές δεκαετίες μελλοντικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιφορτίζεται τις ιστορικές ευθύνες και την ιστορική υποχρέωση να μην προδώσει τις προσδοκίες «όλων όσων έδωσαν τη ζωή τους για μια καλύτερη ζωή που θα ζήσουν άλλοι».

Ο ΣΥΡΙΖΑ επωμίζεται επομένως την ανυπέρβλητη υποχρέωση για άμεση παραγωγή ορθολογικά επεξεργασμένων και υπεύθυνων θέσεων που θα υπηρετούν την κοινωνία και τη δημοκρατία. Υποχρεούται τη διατύπωση σαφούς και ενιαίου πολιτικού προγράμματος προσηλωμένου στην κατεύθυνση μιας ενωμένης Ευρώπης της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας. Η αντίσταση στην Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού, της λιτότητας και της χρεοκοπίας καλείται στην ελληνική περίπτωση να ενσαρκωθεί από αυτόν. Η αποδόμηση της προσφάτως κατασκευασμένης συνθηματολογίας «Η Ελλάδα μέσα στο ευρώ και την Ευρώπη που αλλάζει» που διατυπώνεται από τις «δυνάμεις της ασχήμιας», παρακινώντας την ελληνική κοινωνία σε περαιτέρω ρόλο επαίτη, μπορεί επιτευχθεί μονάχα από τις «δυνάμεις της ομορφιάς και της αντίστασης». Η Ελλάδα να μην εντάσσεται απλώς «μέσα στην Ευρώπη που αλλάζει» άνευ όρων και κοινωνικών ορίων. Η Ελλάδα να μετατραπεί σ’ έναν από τους καθοδηγητικούς άξονες στον συντελούμενο αγώνα για τη μετατόπιση της Ευρώπης προς μια κατεύθυνση δημοκρατική και κοινωνική.


[1] Φράση που προφητικά χρησιμοποιήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ κατά τις εθνικές εκλογές του 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου