Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

The Doors, επιχειρηματίες ή καλλιτέχνες;

Ιωάννης Παπαναγιώτου
Οι Doors ήταν επιχειρηματίες ή καλλιτέχνες; Ενδεχομένως, σε αυτή την περίπτωση,  να μην έχεις απάντηση.
Οι Sex Pistols όμως; O Johann Wolfgang von Goethe; O Beckett; Eίναι εταιρεία οι Rolling Stones; Ο Andy Warhol; Η Madonna;
Υπάρχουν γκρίζες ζώνες μεταξύ τέχνης και οικονομίας;  Ή μάλλον για να είμαστε επιστημονικά πιο ακριβείς, μεταξύ τέχνης και ελεύθερης οικονομίας;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η επιστήμη των οικονομικών ασχολείται με τη μελέτη της διαδικασίας  παραγωγής και διανομής αγαθών, αυτό όμως δεν είναι καπιταλισμός, συγγνώμη, ελεύθερη οικονομία ήθελα να πω. Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιώ τον όρο καπιταλισμός, είναι πιο εμπορικός.
Η  διαδικασία παραγωγής και διανομής αγαθών, δηλαδή η οικονομία,  είναι παλιά, όσο σχεδόν η ιστορία. Ο καπιταλισμός ξεκίνησε πριν περίπου 500 χρόνια -και πολλά σας λέω- αλλά στην προκείμενη περίπτωση η ακρίβεια δεν έχει πολλή σημασία. Ο καπιταλισμός, που λέτε, χαρακτηρίζεται από την θεμελιώδη αρχή της συνεχούς συσσώρευσης και μεγέθυνσης, η οποία ενίοτε υπονομεύει άλλες αξίες. Τα πάντα εντός του πλαισίου που υπαγορεύει ο καπιταλισμός μπορούν να  μεταφραστούν σε τιμές, κέρδη, ζημιές. Νούμερα, παντού νούμερα!
Η τέχνη ή η κουλτούρα, θα μου πεις, αντιτίθενται   εξ ορισμού και εκ καταγωγής  σε αυτή την ιδέα. Η τέχνη αναπαριστά την πρωτοτυπία, τη μοναδικότητα, επιδιώκει να αποτυπώσει το άρρητο.
Καλά, μην παίρνεις και όρκο, δεν χρειάζεται!
Το παράδοξο είναι ότι  ενώ η τέχνη εναντιώνεται ή μάλλον αμφισβητεί  τις αρχές του «παιχνιδιού», αποτελεί και η ίδια παράγωγο, το οποίο υπόκειται στους νόμους του κεφαλαίου, της προσφοράς και της ζήτησης.
Αφήστε δε, που ως ένα σημείο, έχει ανάγκη αυτό το πλαίσιο της αφθονίας για να ανθίσει. Θα μπορούσαν το Hollywood,  οι Pink Floyd, τα Bolshoi, να παράξουν τέχνη χωρίς τη σπατάλη πλεονάζοντος  κεφαλαίου; Χωρίς την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουν, με κάποιο τρόπο τα κεφάλαια που χρησιμοποίησαν για να  παράξουν; Ενδεχομένως, δεν ξέρω να σας απαντήσω.
Η συζήτηση, επί του θέματος, άρχεται με τους Theodor Adorno και Max Horkheimer, οι οποίοι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, κάνουν λόγο για  «βιομηχανία της τέχνης».
Ο Adorno, διατυπώνει τη γνώμη ότι στις παρούσες συνθήκες,  τόσο η τέχνη, όσο και η κουλτούρα έχουν πλήρως απορροφηθεί από το  κυρίαρχο οικονομικό σύστημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η βιομηχανία της τέχνης, αυτό που αποκαλούμε επαγγελματική τέχνη,  έχει πλέον διττή υπόσταση:
  • Αποτελεί κλάδο των νέων βιομηχανιών, της μαζικής παραγωγής και διανομής, οι οποίες εδραιώθηκαν τον 19ο αιώνα.
  • Εκπορεύεται  από την παράδοση της τέχνης, έχοντας στο μεταξύ όμως χάσει, την «ιερότητά» της.
Αν  κατάλαβα καλά,  αυτός θεωρεί ιερούς τον Shakespeare ή τον Αισχύλο  αλλά όχι τους Beatles; Μπορεί βέβαια να κατάλαβα λάθος.
Αυτό πάντως που αφήνει να εννοηθεί είναι ότι η  βιομηχανία της  σύγχρονης τέχνης  βρίσκει το πλήρες νόημά της όταν αφομοιώνεται από το εκάστοτε οικονομικό σύστημα, στην περίπτωση μας,  τον καπιταλισμό.
Ο ίδιος διατεινόταν  -έσκιζε τα ρούχα του, που λέει ο λόγος-  ότι σε γενικές γραμμές,  η σημερινή τέχνη πρέπει να γίνεται αντιληπτή, σαν θεμελιώδες μέσο προπαγάνδας της καθεστηκυίας τάξης και του επίσημου κράτους, στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τα πλήθη και κυρίως την οικονομική  συμπεριφορά αυτών. It’s all about money man!
Ένας άλλος θεωρητικός  του 20ου αιώνα, ο Walter Benjamin, καταδυόμενος στο παρελθόν για να διερευνήσει τη σημασία του αντικείμενου της τέχνης  κατέληξε, πως παλαιότερα, η ιερότητά  ενός έργου προέκυπτε κυρίως από τις λατρευτικές και υπερφυσικές ιδιότητες που του αποδίδονταν και το έκαναν να μοιάζει μοναδικό και ανεπανάληπτο.
Μια τοιχογραφία, η οποία ίσως αναπαριστούσε στιγμιότυπα από κάποιο κυνήγι, σε κάποια νεολιθική σπηλιά, παρά την απλότητά της, έπαιρνε σχεδόν πάντα, ασύλληπτες διαστάσεις στο φαντασιακό των προγόνων μας. Η τέχνη γινόταν αντιληπτή σαν θεϊκή παρέμβαση.
Η ανακάλυψη της τυπογραφίας και της μαζικής παραγωγής, όμως, έφεραν επαναστατικές αλλαγές, τόσο στη δομή, όσο και στο περιεχόμενο της καλλιτεχνικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Γιατί;
Κυρίως επειδή η παραγωγή της τέχνης ήταν ως  τότε εξαιρετικά ακριβή και δύσκολη.  Μέχρι σχετικά πρόσφατα, για να ακούσεις Strauss έπρεπε να πας στη Βιέννη και για να δεις εξπρεσιονισμό δεν είχες άλλη επιλογή από το να επισκεφτείς κάποιο μουσείο της Δύσης, δεν σου αναφέρω καν τη  δυσκολία του να έρθεις αντιμέτωπος και να απολαύσεις  μια τοιχογραφία  στα σπήλαια των Άνδεων αν ήσουν homo sapiens από την ορεινή Αρκαδία. Μιλάμε για έξοδα, όχι αστεία. Δεν αναφέρω καθόλου την ταλαιπωρία.
Οι μηχανές όμως, μετέτρεψαν σε διάστημα μερικών αιώνων, την τέχνη,  σε φθηνή και μαζική από ακριβή και δυσπρόσιτη, μέσω της αναπαραγωγής.
Ο εκμοντερνισμός των μηχανών  άνοιξε προοπτικές για την εμπορική  εκμετάλλευση και την οικουμενική διάδοση της τέχνης, όπως ακριβώς έκανε και με τη συμβατική παραγωγή. Η βιομηχανοποίηση της κουλτούρας, βέβαια, δεν ήταν  απλά θέμα εμπορευματοποίησής της αλλά κυρίως οργάνωσης του πολιτιστικού προϊόντος σε μαζικές κλίμακες.
Από τα παραπάνω,  καθίσταται σαφές,   ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις είχαν επίδραση  στη φόρμα της τέχνης αλλά μήπως το ίδιο δεν συνέβη και  με το περιεχόμενό της;
Ο καλλιτέχνης των καιρών μας, ξέρει πλέον, πως  με λίγη τύχη θα φτάσει η χάρη του στα πέρατα της οικουμένης, ότι κατάφερε ο Μέγας Αλέξανδρος, τώρα πια θα μπορούσε και ο ίδιος. Ναι, τόσο επηρμένοι είναι οι καλλιτέχνες (not).
Προ της πρόκλησης, οι καλλιτέχνες, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στα γούστα ενός κοινού πιο παγκόσμιου, έγιναν πιο οικουμενικοί, πιο mainstream. Σαν να βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου τον Oscar Wilde να φωνάζει: «Τέλος στα  συντηρητικά σαλόνια της μπουρζουαζίας!»
Αλλά κάτι μου λέει, γιατρέ μου, πως μόνο εγώ το φαντάστηκα αυτό.
Ως και τη μοντέρνα εποχή, η τέχνη δεν ήταν μια αποκομμένη πτυχή της ζωής. Η ιδέα της αυτόνομης, σνομπ τέχνης ήρθε στο προσκήνιο με τον γερμανό συγγραφέα , Alexander Baumgarten, στα μέσα του 18ου αιώνα και κυρίως από το μεγάλο θεωρητικό της νέας αισθητικής, Immanuel Kant.   Ως τότε η τέχνη  εμπνεόταν και συνδεόταν με την μαγειρική, το κυνήγι, το interior design της σπηλιάς.
Αμφότεροι, οι δυο γερμανοί, διαχώρισαν την τέχνη από τον υλικό κόσμο και την καθημερινότητα, την «έκαναν» λιγότερο μυστικιστική αλλά περισσότερο ελιτίστικη, ενώ παράλληλα, επιχείρησαν να διαμορφώσουν μια γενική θεωρία, για την αντίληψη περί τέχνης,  σε αντιδιαστολή προς την πιο περιχαρακωμένη και  οριοθετημένη που ενδημούσε σε κάθε γωνιά του πλανήτη ως τότε.
Μήπως εσείς έχετε την εντύπωση πως τον καλύτερο ηθοποιό της Μασσαλίας τον ήξεραν ή ακόμα και να τον ήξεραν, θα τον καταλάβαιναν ποτέ στην Τεργέστη; Μπα, μην ψήνεστε, δεν παίζει. Ο κόσμος ήταν πολύ λιγότερο συνένοχος στο κοινό γούστο.  Τώρα όμως το όμορφο μετατρεπόταν  αντικειμενική κατηγορία.
Πολλοί διανοητές, ωστόσο, είδαν με καχυποψία αυτή την εδραίωση της καθολικής αισθητικής, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από   το γούστο της άρχουσας τάξης. Η αυτονομία της τέχνης και η αποκόλλησή της από  την καθημερινότητα, ταυτίστηκε  περισσότερο με τα ήθη και τις προσλαμβάνουσες της μπουρζουαζίας.
Η δημιουργία ενός ενιαίου αισθητικού κριτηρίου σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές προόδους  διεύρυναν τόσο τους ορίζοντες όσο και το κοινό των καλλιτεχνών.  Ο Beethoven, ο Delacroix ή ο Flaubert μπορούσαν πλέον να επικοινωνήσουν τη τέχνη τους μέσω της αγοράς και να αποκομίσουν οφέλη. Τώρα πια, η τέχνη αποκτούσε και εμπορική αξία.
Η στιγμή της δημιουργίας και αυτή της κατανάλωσης διαχωρίζονταν πια στο χώρο και στο χρόνο για να είναι προσιτή στο πιο ευρύ κοινό. Ο Beethoven θα έπαιζε στη Βιέννη και ο Μήτσος θα τον άκουγε μέσω γραμμοφώνων στη Γαστούνη. Θρίαμβος!
Η αγορά γεφύρωσε με τρόπους που η ίδια  γνώριζε, αυτά τα χάσματα, εκμεταλλευόμενη τις τεχνολογικές προόδους και την κανονικοποίηση του γούστου. Μόνο που για να φτάσει η τέχνη από την παραγωγή στην κατανάλωση, υποχρεωτικά θα νοθεύονταν από ένα πλήθος μεσαζόντων. Σύμφωνα με τον  Pierre Bourdieu, η παραγωγή των πολιτιστικών προϊόντων δεν οργανώθηκε  απλά, γύρω από την αγορά. Ένα σύνθετο κύκλωμα, το οποίο περιελάμβανε σχεδόν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, από τα καφέ ως τα μουσεία, μέσω του  οποίου η τέχνη και η κουλτούρα επικοινωνείτε,  ήρθε παρασιτικά στο προσκήνιο.
-Ήταν λοιπόν ο Fyodor Dostoevsky επιχειρηματίας; Αυτό θες να πείς;
Αναμφισβήτητα, αλλά αυτό δεν λύνει την σύγχυση μεταξύ του ιδεώδους της τέχνης και του ιδανικού του κέρδους.
Πάρε μια ανάσα σε κούρασα!
Όλα καλά;
Λοιπόν, συνεχίζω… για λίγο ακόμα.
Στην μεταπολεμική εποχή πάντως, το κράτος αποπειράθηκε να  επωφεληθεί από  τη βιομηχανία της κουλτούρας, ενώ παράλληλα θέλησε  να την «προστατέψει» από την φθορά  και τις προσμίξεις. Αυτή  ήταν η επίσημη δικαιολογία για να παίξει τον ρόλο του θεματοφύλακα.
Στην πραγματικότητα όμως, επιδίωκε εμμέσως,  μέσω  παρεμβάσεων στην παράδοση, να δικαιολογήσει την ύπαρξή του και  να προπαγανδίσει τη διαφορετικότητά του από το  κάθε γειτνιάζον κράτος. Το κάθε εθνικό  κράτος   προσπάθησε να πάρει πιο σαφή μορφή στη συνείδηση των πολιτών του, να διαφοροποιηθεί εμφατικά, να παγιώσει μια συγκεκριμένη εθνική συνείδηση, εντός των τειχών.
-«Να πάρει η οργή, τι σχέση έχουμε εμείς οι Γάλλοι με τους Γερμανούς!»
Πολλοί, πάλι, ήταν εκείνοι, που μετέφρασαν σαν κάτι ευεργετικό, για το κοινωνικό σώμα, τη σύσφιξη των δεσμών, μεταξύ των δυο θεσμών, του  επίσημου κράτους και της κυρίαρχης κουλτούρας.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οι μάζες οι οποίες  είχαν κατά το παρελθόν  αποκλειστεί  από την τέχνη, εξαιτίας της  ελλιπούς εκπαίδευσης, του περιορισμένου χρόνου, των μηδενικών  πόρων  αλλά και του πιο εσωστρεφούς χαρακτήρα της ίδιας της τέχνης,  έρχονταν  για πρώτη φορά  σε επαφή με αυτή  την πολυτέλεια, μέσω του  επίσημου κράτους.  Τώρα τι σόι τέχνη ήταν αυτή είναι μεγάλο ζήτημα.
Σκέψου τον πολιτικάντη του τότε, να επιλέγει τι τέχνη αξίζει να δεις, να ακούσεις, να μάθεις για να διαμορφώσεις εθνική συνείδηση. Εφιαλτικό!
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο J.B. Priestly, το1934 αλλά και ο  Richard Hoggart, το 1957, ήταν από τους πρώτους που είδαν στη διείσδυση που γινόταν μέσω της  μαζικής κουλτούρας  και της βιομηχανίας της τέχνης μια απόπειρα να υπνωτιστούν οι μάζες. Η διείσδυση αυτή λάμβανε χώρα ποικιλοτρόπως, μέσω του ποδοσφαίρου,   της ηχογραφημένης μουσικής, του κινηματογράφου. Μεταγενέστεροι, βέβαια, ακαδημαϊκοί είτε διαφώνησαν, είτε συμφώνησαν με την απειλή που περιέγραψαν οι προαναφερθέντες  έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τις επιπτώσεις της βιομηχανοποιημένης τέχνης στο κοινωνικό σώμα.
Όσοι νεώτεροι διαφώνησαν,  με την υποδούλωση των μαζών μέσω της τέχνης, ήταν γιατί είχαν να αντιπαρατάξουν νέες εκφράσεις της pop κουλτούρας,  η οποία αντιστρατευόταν την παθητική κατανάλωση ενώ προέτρεπε σε πιο ενεργές δράσεις και συμβολικές αντιστάσεις απέναντι στην κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα.
Τα παραδείγματα της ροκ, της πανκ, των performing  art  είναι ενδεικτικά.

Η αλήθεια ήταν στους Sex Pistols.
Τα νέα κύματα των αντισυστημικών  καλλιτεχνών αποδομούσαν τις ιεραρχίες και τις προτεραιότητες προσφέροντας  φθηνή, ανατρεπτική τέχνη η οποία ήταν προσιτή σε όλους. Με αυτό τον τρόπο ισοπέδωναν ως έναν βαθμό  τους κανόνες του κράτους,  της αγοράς και τη σημασία του χρήματος.
Σπασμωδικά βήματα προς την απελευθέρωση της τέχνης είχαν ήδη γίνει, βεβαίως, και προηγουμένως, όταν το μουσείο  Louvre,  το οποίο ήταν το παλάτι του  βασιλιά της Γαλλίας, άνοιξε για το κοινό και λειτούργησε σαν μουσείο, κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με το Hermitage της Αγίας Πετρούπολης, το 1852.

Μεταξύ μας αυτό που θα πω.
Αν και σχεδόν πάντα, η κατανάλωση της  τέχνης δεν συνεπάγεται  πρακτικά οφέλη  για τον  φιλότεχνο, η  χρήση της, κακά τα ψέματα,  ικανοποιεί θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες, όπως αυτές της πνευματικής αφύπνισης και του προβληματισμού.
Η κατανάλωση τέχνης είναι θεμελιώδης, λοιπόν, για τη διαδικασία  κατασκευής ταυτότητας. Ο μοντέρνος άνθρωπος άπαξ και διέβη το επίπεδο της υλικής φετιχιστικής κατανάλωσης, η οποία ως έναν βαθμό είναι προσβάσιμη, λίγο ή πολύ, σε όλους τους δυτικούς, αναζήτησε τρόπους να διαφοροποιηθεί, όπως και κάθε πρόγονός του,  μέσω επιλογών που είχαν να κάνουν με το γούστο και την αισθητική, η  αλλάζει  από περιβάλλον σε περιβάλλον.
Παρά τη δεδομένη  διάχυση  της τέχνης, εμπόδια δεν παύουν να υψώνονται. Τι και εάν είναι φθηνότερη  και πιο προσβάσιμη από ότι στο παρελθόν, η αντίληψη,  κατανάλωση και απορρόφησή της εξακολουθεί να προϋποθέτει εκπαιδευμένο κοινό.
Η εκπαίδευση, όμως, διαφοροποιείτε ανάλογα με το οικονομικό  status και τις επιρροές του περιβάλλοντος, για αυτό και κάθε οικονομική και κοινωνική ομάδα προκύπτει και αυτόδιαμορφώνεται γύρω από ιδιαίτερα γούστα.
Από αυτό το σημείο και πέρα ξεφεύγουμε, αν δεν το έχουμε ήδη κάνει,  από την έννοια της οικονομίας αλλά και τα όρια της αντοχής σας.
Αυτό που αποπειραθήκαμε, να κάνουμε,  ήταν να παρακολουθήσουμε τη μετάβαση της τέχνης από το στάδιο του  εμπορικά «αμόλυντου» σε  εκείνο του βιομηχανικά κατασκευασμένου.
Απάντηση στην ερώτηση του τίτλου πήρες;
πηγή: Αντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου