Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ελληνοφρένεια

Ιωάννης Παπαναγιώτου
Αντιμετωπίζονται τα παρακμιακά συμπτώματα του νεοέλληνα με κάποια θεραπεία; Lexotanil, ασπιρίνες, Super μαντολίνες, μνημόνια;  Μπα, δεν νομίζω! Εσείς τι λέτε;
Στη νεώτερη  Eλλάδα νύχτωσε πριν προλάβει να ξημερώσει. Η χώρα  πλέει ακυβέρνητη,  από την εποχή του Περικλή, εκείνου με την περικεφαλαία. Μισό λεπτό, τι είναι αυτά που λέω; Τότε δεν υπήρχε χώρα αλλά πόλεις-κράτη.
Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι, αυτή δεν ήταν η μόνη διαφορά με το σήμερα. Ο περιτριγυρισμένος από δόξα,  εκ των λέξεων περί + κλέος, κυβέρνησε σε μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία, αν άρχιζα να σας απαριθμώ τις προσωπικότητες που ενδημούσαν στο εν Αθήναις  πνευματικό οικοσύστημα, θα πέφτατε να πάρετε κάμψεις  και θα σηκωνόσασταν,  μετά το δεύτερο μισό του 2013. Μην βιαστείτε πάντως  γιατί και τότε λιτότητα θα έχουμε.
Ωχ! Ξέχασα τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δεν το έκανα επίτηδες, σας το ορκίζομαι.
Σήμερα λοιπόν, στο προσκήνιο βρίσκονται άρχοντες παροιμιώδους ανικανότητας: νομάρχες με ύφος σικελών μαφιόζων, δεσποτάδες που έχουν  χρυσόβουλα με τίτλους ιδιοκτησίας  ως και της χαμένης Ατλαντίδος, βουλευτές, δημοσιογράφοι και διαχειριστές πολυκατοικιών.
Την ίδια ώρα, η ομάδα ΔΙΑΣ είναι αραγμένη στα Everest  και χλαπακιάζει έναν αγλέορα, με από όλα αλλά χωρίς κρεμμύδι, μιλώντας παράλληλα στο κινητό και εποπτεύοντας τα μπούτια κάθε θηλυκού που περνάει,  οι δικαστικοί είναι ανίκανοι  να αντιμετωπίσουν τα λαμόγια του ποινικού δικαίου, πόσο μάλλον να τα βάλουν με τα μεγάλα συμφέροντα. Και το χειρότερο από όλα; Oι διαιτητές σφυρίζουν ότι τους κατέβει.
Φίλοι μου, όλοι αυτοί  βρίσκουν και τα κάνουν αφού εμείς συνεχίζουμε να τους  νομιμοποιούμε, ανεχόμενοι   αδιαμαρτύρητα τη συμπεριφορά τους, σαν υπνωτισμένοι.
Συγγνώμη αλλά το ενδεχόμενο του εξοστρακισμού  δεν τους περνάει  ούτε φευγαλέα από το μυαλό;
Μπα! Τουναντίον θα έλεγα. Προ του σημερινού αδιεξόδου, το κάθε κόμμα προσπαθεί να μας πείσει  για τη θεάρεστη αποστολή του, που δεν είναι άλλη  από το να σώσει την Ελλάδα από τους «άλλους» που θέλουν το κακό της.
-«Αλλάζουμε αλλιώς βουλιάζουμε, όλοι είναι άχρηστοι εκτός από εμάς ελληνικέ λαέ», σου λένε παίζοντας το βιολί τους.
- «Είχες  το χρονικό  περιθώριο  να τα αλλάξεις όλα, έτσι δεν είναι; Tι στο διάολο περίμενες;», τους προκαλείς.
-«Εεε! Ας κοιτάξουμε το μέλλον. Το παρελθόν είναι παρελθόν, ελληνικέ λαέ», συνεχίζει η ίδια κασέτα. Μου αρέσει που απορείς. Λες και δεν τους ξέρεις!
Εντάξει, πιο γραφικός ήταν μόνο ο Κωνσταντάρας όταν ανέβαινε στον βατήρα, έκανε διατάσεις και την τελευταία στιγμή προ της βουτιάς, γύριζε την πλάτη στο νερό και επέστρεφε στην ξαπλώστρα του με ύφος Βοναπάρτη. Ηθικό δίδαγμα  της ταινίας; Και τα καραγκιοζιλίκια έχουν όρια!
Στη  ελληνική πολιτική σκακιέρα όμως, δεν έχουν.  Το παιχνίδι παίζεται χωρίς κανόνες και ευθύνες, όπως ακριβώς  συμβαίνει και σε κάθε άλλη πτυχή του εγχώριου δημόσιου βίου.  Άπαξ και κάνεις πρώτος ματ και πάρεις την εξουσία, οι κοινωνικοί στόχοι που οραματιζόσουν  πριν την εκλογική μάχη  αυτομάτως μεταφράζονται   σε μίζες από πολυεθνικές, σε διορισμούς ημετέρων,  σε σπίτια στη Διονυσίου Αεροπαγίτου.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, μεγάλη η χάρη του, ήταν δικαστής του Αρείου Πάγου, στην αρχαία Αθήνα, για να γίνουν όλα, όσο τραγελαφικά μας αρμόζει.
Εν πάση περιπτώσει,  το χάος  δεν είναι μόδα, δεν ήρθε για να φύγει, όπως τα παντελόνια τύπου καμπάνα ή το γαλλικό μανικιούρ. Η ελληνική κοινωνία  από σύστασης ανεξάρτητου κράτους, υπήρξε διαχρονικά και αδιάλειπτα, ένα αυθαίρετο γεωπολιτικό τέχνασμα αμφίβολου νοήματος και πελατειακού σκοπού, μια σύγχυση μεταξύ ευρωπαϊκού ορθολογισμού και ανατολικού μυστικισμού.
Εκτός από το περιεχόμενο,  ακόμα και η συγκεκριμένη  γεωγραφική μορφή που πήρε η χώρα,  δεν είχε ποτέ κατά το παρελθόν προϋπάρξει.  Όσο  και να μας φαίνεται αυτονόητη σαν εικόνα, η σύγχρονή Ελλάδα αποτελεί έμπνευση της γεωπολιτικής μηχανικής, των πολέμων  και  της διπλωματίας του 19ου και 20ου αιώνα.  Δεν το λέω εγώ αυτό. Μην με κοιτάς έτσι!
Άλλο  περιεχόμενο είχαν οι έννοιες έλληνας και Ελλάδα, όσο δεν υπήρχε επίσημο κράτος και ελληνικός χώρος, άλλο περιεχόμενο απέκτησαν από την ανεξαρτησία και μετά. Μεγάλα   συμπαγή τμήματα ελληνόφωνων, χριστιανικών πληθυσμών ποτέ δεν ενσωματώθηκαν σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε και καταλαβαίνουμε σαν Ελλάδα και καταλαμβάνει το νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου.  Μετά την ανεξαρτησία, η ελληνικότητα ταυτίστηκε με όσα συνέβαιναν εντός μιας  συνοριακής γραμμής η οποία ανάλογα με την έκβαση των πολέμων μετατίθετο άλλοτε μπρος και άλλοτε πίσω αφήνοντας κάθε φορά  απέξω  πυρήνες πολιτισμού που επί χιλιετίες δραστηριοποιούνταν στην Ν.Α. Μεσόγειο.
Είχαμε επιτέλους όμως, εξασφαλίσει, τον εθνικά προσωπικό μας χώρο, ο οποίος διαμορφώθηκε με κριτήριο τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή, όπως  άλλωστε συμβαίνει με αγαθά που ανήκουν σε συλλογικότητες. Σε αντίθεση με την χαλαρότητα που απολάμβαναν οι παροικούντες την ανεξάρτητη Ελλάδα, όσοι ελληνικοί πυρήνες έμειναν εκτός επίσημου κράτους συνέχιζαν με αμείωτη εγρήγορση να παράγουν πολιτισμό και να πολεμούν για την επιβίωση τους. Συμπεριφορά που εμφανίζουν και οι έλληνες μετανάστες που προοδεύουν γιατί πρέπει ανά πάσα στιγμή να αποδεικνύουν την αξία τους, σε περιβάλλοντα εξόχως διαφορετικά, τόσο με την κακή όσο και με την καλή έννοια.
Πίσω στην μόλις απελευθερωμένη  Ελλάδα. Μια χώρα που βρισκόταν από αιώνων στην αγκαλιά της Ανατολής, αποφάσισε να στραφεί,  βιαστικά μετά την απελευθέρωση, προς τη Δύση,  κόβοντας κάθε επίσημη σχέση με το παρελθόν, σαν τη γκόμενα που μόλις χωρίσει  απαρνιέται τον πρώην και ψάχνει εναγώνια  να προσκολληθεί στον επόμενο. Δεν αντέχει  στιγμή να μείνει μόνη με τον εαυτό της.  Όταν μείνεις μόνος όμως και τα βρεις με τον εαυτό σου, όταν αυτοπροδιοριστείς, γίνεσαι  λιγότερο ευάλωτος στην κολακεία του αρχαίου σου κλέους. Δημιουργείς ξανά, εσύ για σένα.
Διοικητικό δίκαιο, τακτικός στρατός, αθλητισμός, καλοί  τρόποι και εγώ δεν ξέρω τι άλλο, έγιναν στοιχεία της νέας μας βιαστικά φορεμένης ταυτότητας. Το τσαρούχι αντικαταστάθηκε από την γόβα, για να γίνει πιο εμφανής αυτή η πρόθεση να στραφούμε προς δυσμάς. Μέχρι και ξανθές γίναμε για να τους μοιάσουμε.
Αυτή η μετουσίωση συνέβη,  με τον επιφανειακά ανάλαφρο τρόπο ο οποίος απέρρεε από την αίσθηση πως τα δυτικά πολιτιστικά καλούδια, ήταν μεν περίφημα και αξιοζήλευτα, αλλά μας τα χρωστούσαν. Πως να το κάνουμε δηλαδή!  Είχαμε κληρονομικά δικαιώματα. Τελεία και παύλα.
Αφομοιώναμε  αμάσητα, άλλωστε ήμασταν επίσημα έλληνες, είχαμε χαρτιά να το επιβεβαιώνουν, δεν είχαμε την αγωνία της αλλοτρίωσης αλλά την ψευδαίσθηση ότι μια σπιθαμή γης μπορεί να σου διασφαλίσει το δικαίωμα να νιώθεις και να δηλώνεις διαφορετικός. Τα πράγματα δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αφομοίωση του νέου προτύπου ζωής έπρεπε να γίνει δημιουργικά και όχι αχόρταγα, μέσω της μεθόδου δανείζομαι-εισάγω-καταναλώνω-χάνω τη μπάλα. Αλλά εμείς τον χαβά μας:  «Ελλάδα. Εδώ γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός, ρε!», λέγαμε και λέμε όπου βρεθούμε και όπου σταθούμε, για να δικαιολογήσουμε πως δεν είμαστε ανάμεσά τους από σπόντα.
-Έχουμε προϋπάρξει Ευρωπαίοι, πόσο δύσκολο είναι να ξαναγίνουμε;
Θέλεις να ακούσεις την απάντηση; Πολύ
Αυτό  που εν συντομία και εν αγνοία του παραδέχεται ο αναπαράγων την γενίκευση τούτη, είναι ότι η αξία και η σπουδαιότητα τoυ ελληνικού πολιτισμού ήταν ότι «γέννησε» τον δυτικό. Λες και η μητέρα του έχει αξία μόνο  και μόνο επειδή τον γέννησε. Αν και εδώ που τα λέμε, ακόμα και οι ίδιο ξέραμε πώς να είχε δανειστεί κάτι η Ευρώπη από τον ελληνική πολιτισμική παραγωγή αυτό αφορούσε ένα προϊόν το οποίο είχε παραχθεί δυο χιλιετίες πριν.  Σαν να ζητούν οι Αμερικάνοι του τέσσερις χιλιάδες μετά Χριστό, δικαιώματα και μπράβο για το ότι  πήγαν πρώτοι στο φεγγάρι, ανακάλυψαν το facebook και την Τζαζ. Παραπάει νομίζω.
Θα είχε, πάντως, ενδιαφέρον να ξέραμε, τι γνώσεις έχει για την  ελληνικότητα, αυτή καθαυτή, ο καθένας που αναπαράγει  το συγκεκριμένο σλόγκαν. Η μάλλον αφήστε το καλύτερα, κάτι μου λέει πως η σύγχυση που θα ακολουθούσε, θα ήταν ασύλληπτα αβάστακτη. Θα τα μπλέκαμε όλα σε ένα εκρηκτικό μείγμα με προσωκρατικούς αλλά και Μενεγάκη και το θέμα είναι ότι δεν θα είχαμε άδικο.
Μέσω της γνωστής επωδού -μην με αναγκάζεις να την αναπαράγω- ο καθείς  νομιμοποιεί τη συμμετοχή του  στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Συνδέει τον εαυτό του διαμέσου των προγόνων του, που επί της ουσίας αγνοεί, με τα καλούδια της Δύσης, είτε πρόκειται για πολυτελή αυτοκίνητα και εξελιγμένα gadgets, είτε για τον κοινοβουλευτισμό και την οικονομία.
Βέβαια, το παραμύθι ότι «εμείς δώσαμε τα φώτα στους ευρωπαίους», μεγαλώνει γερά παιδία όπως το γάλα Νουνού, γίνεται συνεπώς μέσω της επανάληψης, ανεπίσημη κρατική αλήθεια. Μόνο στο Σύνταγμα δεν το έχουμε γράψει ακόμα. Η ελληνικότητα έγινε μια  ναρκισσιστική αντανάκλαση μέσα στην οποία πνιγήκαμε. Τι το ελληνικό παραμένει ανόθευτο και αυθεντικό;  Τι το ελληνικό υπερασπιζόμαστε  τόσο ένθερμα όπως το ακριβό εισαγόμενο αυτοκίνητό μας, το οποίο επειδή αγοράσαμε νομίζουμε ότι είναι και δικό μας; Ελάχιστα πράγματα, και ξέρετε γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή μέσα μας ξέρουμε πως επί της ουσίας η Δύση δεν υπήρξε  ποτέ Ελλάδα, απλά αυτό ήταν το άλλοθι που μας συνέφερε για να απαλλαγούμε από  το παρελθόν χωρίς  να νιώθουμε ότι το προδίδουμε και να προσκολληθούμε σε ένα ετοιμοπαράδοτο ευρωπαϊκό παρόν στο οποίο δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε.
Ήταν ευκολότερο να μάθουμε τον Πλάτωνα μέσω της Ευρώπης, μέσω συγγραμμάτων που γράφτηκαν για αυτόν παρά να έρθουμε σε επαφή  με τον ίδιο τον φιλόσοφο. Η Ευρώπη σου έδινε και Πλάτωνα και ψυγείο, στην τιμή του ενός.
Η Δύση όμως, γεννήθηκε στα σκοτεινά μεσαιωνικά  χριστιανικά μοναστήρια  και όχι στο αττικό φως.  Στην καλύτερη περίπτωση τον Μεσαίωνα, ο «βάρβαρος» ευρωπαίος άρχισε να διδάσκεται από τα λατινικά, που προηγουμένως είχαν μεταφράσει από τα αραβικά, την αρχαιοελληνική γραμματεία, μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικό, γεμάτο λιβάνια και  ψαλμωδίες. Χαμένοι στη μετάφραση και λίγα σας λέω!   Εδώ δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο Πλάτωνας, εν έτη 2012,  ο έλληνας μεταπτυχιακός φοιτητής φιλοσοφίας, θέλετε να πιστέψω πως κατάλαβε το κάθε πριγκιπόπουλο που φορούσε πανοπλία.
Οι «βάρβαροι», στα πλαίσια της από μέρους τους κατανόησης, προσάρμοσαν τις αλήθειες και τα νοήματα ενός κόσμου παλιού, στις δικές τους ανάγκες, όπως περίπου κάνουμε εμείς σήμερα υιοθετώντας  τα πολιτιστικά τους παράγωγα τα οποία δεν ξέρουμε πώς να συναρμολογήσουμε και  να θέσουμε σε λειτουργία, διότι το εγχειρίδιο σωστής χρήσης είναι σε μια γλώσσα που αγνοούμε.  Άλλο πράγμα η δημοκρατία, η επιστήμη, ο αθλητισμός κατά Αριστοτέλη, άλλο πράγμα αυτό που κατάλαβε αντιγράφοντας ο μεσαιωνικός μοναχός. Η Ευρώπη δεν υπήρξε νέα Ελλάδα, ούτε θα μπορούσε άλλωστε. Στο ίδιο μοτίβο και εμείς. Άλλο πράγμα η τράπεζα, ο συνεταιρισμός, η δημόσια διοίκηση για τον κάτοικο της Βεστφαλίας και των Βρυξελλών  και άλλο  για  τον κάτοικο του Δομοκού.
Η  ελληνικότητα δεν  αποτελεί άλλοθι για οτιδήποτε ηλίθιο  μας συμβαίνει. Δεν έχει καμία σχέση η λεβεντιά του Λεωνίδα και η πίστη στο σύστημα της αρχαίας Σπάρτης που συχνά επικαλούμαστε με την λεβεντιά του έλληνα ψευτοπαλικαρά, η δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας με την κομματοκρατία της σύγχρονης ή ολυμπιάδα του τότε με την ολυμπιάδα της Γιάννας και της μίζας του 2004.
Τώρα τελευταία, επειδή περνάμε δύσκολα, φτιάχνουμε και ομάδες στο facebook όπου προσπαθούμε  να μαζευτούμε ένα εκατομμύριο έλληνες, δέκα χιλιάδες παιδιά  Βολιώτικα,  για να αποδείξουμε πόσο έλληνες, και αντιστοίχως Βολιώτες είμαστε.
Ας αναλάβει ο καθένας τη ευθύνη των επιλογών του, τον βαθμό ευθύνης  που του αναλογεί και μην βρεθεί κανείς να ζητήσει εξετάσεις DNA, με γενετικό υλικό του Σωκράτη  για να αποδείξει ότι είναι γνήσιος απόγονός του, για να λουφάρει…
γιατί μας έχω ικανούς για κάτι τέτοιο.
πηγή: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου