Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Τι είναι εν τέλει η πολιτική βία; Του Περικλή Κοροβέση

Το παρακάτω κείμενο του συγγραφέα και πολιτικού της Αριστεράς Περικλή Κοροβέση περιλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική», το οποίο παρουσιάζεται σήμερα το μεσημέρι στις 14.00 στον «Ιανό», στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για ένα βιβλίο 220 σελίδων με 23 κείμενα 22 συγγραφέων ενάντια σε κάθε μορφής πολιτική βία, στον τρόμο και τον ολοκληρωτισμό που αυτή κουβαλά.
Υπάρχει δικαιολογημένη επαναστατική βία ή η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική;
Στο παρόν βιβλίο έχουμε είκοσι δύο διαφορετικές προσεγγίσεις από αντίστοιχους μελετητές του φαινομένου, όχι απαραίτητα πανεπιστημιακούς, αλλά ακτιβιστές με πλούσια κοινωνική δράση. Κάποιοι έχουν και σημαντικό πνευματικό έργο. Όλοι τους υπήρξαν παρόντες στους κοινωνικούς αγώνες και ο χρόνος θητείας τους είναι διαφορετικός, ανάλογα με την ηλικία τους. Οι περισσότεροι είναι νέοι. Κι αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε πώς σκέφτεται η νέα γενιά. Ή με μια πιο ακριβή διατύπωση: τι σκέψη έχει παράξει αυτή η γενιά, άσχετα αν τα κείμενα αυτά αποτελούν δείγμα έργου μιας μειοψηφίας της.
Η βία έχει πολλές μορφές, που όλες αποσκοπούν στην εξόντωση της ζωής. Βία είναι ο πόλεμος, αλλά βία είναι –και σε καιρό ειρήνης– ο θάνατος εκατομμυρίων ανθρώπων από την πείνα, κι όχι μόνο στον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Η βία συχνά δεν εμφανίζεται με το όνομά της, αλλά σαν κάποιο φυσικό φαινόμενο που πρέπει να το δεχτούμε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Η ανεργία, η έλλειψη κατοικίας, ο αναλφαβητισμός, ανεπαρκής ή καθόλου ιατροφαρμακευτική φροντίδα, η ανυπαρξία πόσιμου νερού, η αδυνατότητα μετακίνησης (η μετανάστευση, που έχει δώσει μέχρι σήμερα περίπου 14.000 νεκρούς μόνο στην Ευρώπη) είναι μερικές από τις μορφές βίας που κατά κανόνα μετονομάζεται σε κάτι άλλο.

Αλλά ακόμη κι εκεί όπου υπάρχει ένοπλη βία,
πόλεμοι μεταξύ κρατών ή εμφύλιοι ή ακόμα και θρησκευτικοί πόλεμοι, η βία πάντα ανήκει στην άλλη πλευρά. Η δικιά μας πάντα υπηρετεί κάποιο υψηλό ιδανικό, και ως εκ τούτου δεν είναι βία. Όλες, δε, οι εθνοκαθάρσεις και οι γενοκτονίες ποτέ δεν ήταν σφαγές, αλλά υπεράσπιση της καθαρότητας της φυλής ή του έθνους. Κι οι αιματηρές καταστολές των κινημάτων των δύο προηγούμενων αιώνων ήταν απλώς μια αποκατάσταση της τάξης.

Θα μπορούσαμε να λέγαμε πως η βία
είναι συστατικό στοιχείο των κοινωνιών όπου ζούμε και απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωσή τους;

Αν πάρουμε σαν δεδομένο πως σχεδόν κάθε χώρα του πλανήτη
μας κυβερνιέται από μια μικρή μειοψηφία που έχει συσσωρεύσει αμύθητο πλούτο, αφήνοντας τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού στην ένδεια και την εξαθλίωση, είναι λογικό να διαθέτει όλες τις απαραίτητες δυνάμεις καταστολής (στρατό, αστυνομία, σεκιουριτάδες, παρακρατικούς) για να προστατέψουν την περιουσία της (ωραίο όνομα για τα προϊόντα κλοπής που προστατεύονται από το κάθε σύνταγμα). Οι άρχοντες της γης ξέρουν πως οι ανισότητες δεν δημιουργούν ισορροπίες, αλλά ανισορροπίες. Και αυτό αποτελεί μια διαρκή απειλή για αυτούς. Για αυτό αποθηκεύουν τεράστιες δυνάμεις βίας, που είναι έτοιμες να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή.
Αλλά η καταστολή διαρκεί για μια μάλλον σύντομη περίοδο, δεδομένου του άνισου συσχετισμού δυνάμεων. Τι γίνεται όμως όταν δεν υπάρχει καταστολή;
Η κυρίαρχη ιδεολογία μεταγγίζεται στις μεγάλες μάζες, που πείθονται πως αυτή είναι η πραγματική τάξη του κόσμου και οι ίδιες δεν μπορούν να καταφέρουν τίποτε.

Η χριστιανική θρησκεία,
από τη στιγμή που γίνεται κρατική θρησκεία, γίνεται και ιδεολογία του κράτους. Και από εδώ και μπρος δεν έχεις να τα βάλεις με το μονάρχη, αλλά με τον ίδιο το θεό, μια και ο μονάρχης βρίσκεται στη θέση του «ελέω θεού». Δηλαδή, ο μονάρχης είχε το θεό «μπάρμπα στη Κορώνη» και τον διόρισε. Και ως εκ τούτου, ο πιστός στο θεό πρέπει να είναι πιστός και στο μονάρχη.

Σήμερα, παρά την τεράστια δύναμη που έχει η εκκλησία,
δεν μπορεί να παίξει τον ίδιο ρόλο που έπαιζε πριν από τις αστικές επαναστάσεις. Έχει όμως διαμορφωθεί μια νέα θρησκεία που έχει καλύτερα αποτελέσματα. Η τηλεόραση, που προπαγανδίζει έναν καταναλωτικό παράδεισο και μετατρέπει τον πολίτη σε καταναλωτή. Ο καταναλωτής θεωρεί τον εαυτό του έναν εν δυνάμει καπιταλιστή. Θέλει να αγοράσει ένα σπίτι σαν κι αυτά που βλέπει στα περιοδικά. Ένα αυτοκίνητο πρωτοκλασάτο. Πιστεύει πως θα πλουτίσει εύκολα αν παίξει τις οικονομίες του στο Χρηματιστήριο. Και όλες αυτές οι ψευδαισθήσεις θα χαθούν όταν χάσει τα λεφτά του στον τζόγο, του πάρουν πίσω το σπίτι και το αυτοκίνητο και βρεθεί υπερχρεωμένος στο δρόμο. Αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή υπηρέτησε πιστά το σύστημα.

Βία και κράτος

Η βία είναι επινόηση του κράτους και της εξουσίας. Δεν πρέπει να τη συγχέουμε με τη βία της φύσης. Η βία της φύσης είναι μια διατροφική αλυσίδα. Και η διαφορά που έχουμε με τα ζώα είναι πως εμείς τρώμε το κρέας μαγειρεμένο κι αυτά το τρώνε ωμό. Επιπλέον, τα ζώα τρώνε αυτό που τους χρειάζεται για να ζήσουν, ενώ εμείς καταναλώνουμε και αυτά που δεν μας χρειάζονται για να ζήσουμε. Άρα, οποιαδήποτε αναφορά στη βία σαν ένα φυσικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, μια που και εμείς είμαστε μέρος της φύσης, είναι παραλογισμός. Σίγουρα ο άνθρωπος έχει μέσα του και τον Χριστό και τον Χίτλερ. Μπορεί να αγιάσει και μπορεί να κάνει μαζικά εγκλήματα, ακόμα και αν η τύχη του πολέμου έχει κριθεί (Χιροσίμα, Ναγκασάκι). Αν ο Κρο-Μανιόν επικράτησε του Νεάντερταλ, ήταν γιατί χρησιμοποίησε τη γλώσσα και τα σύμβολα. Δηλαδή, βρήκε έναν τρόπο επικοινωνίας που έχει μέσα της το επιχείρημα και τη συνδιαλλαγή. Η βία είναι ακριβώς το αντίθετο. Επιβάλλεται χωρίς επιχείρημα. Και αυτή είναι η λειτουργία της εξουσίας.

Εξουσία-κράτος-βία είναι μια ίδια ενότητα.
Πώς ανατρέπεται αυτό;
Μέχρι τώρα, όπως προκύπτει από την ιστορία, έχουμε δύο δρόμους. Ο ένας είναι με βίαιη επανάσταση και ο άλλος είναι με διάβρωση. Όπου ανατράπηκε βίαια το κράτος, η εξουσία και η βία δεν έφυγαν, απλώς άλλαξαν διαχειριστή. Και όπου ο φορέας της επανάστασης είχε ένα κυρίαρχο κόμμα, τότε είχαμε νίκη του ολοκληρωτισμού, που στο όνομα της επανάστασης και της υπεράσπισής της έφερνε ένα δεσποτισμό χειρότερο από τον προηγούμενο. Η διάβρωση είναι να χτίζεις τη νέα κοινωνία μέσα στην παλιά. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι σοσιαλδημοκράτες της Σουηδίας, που έχτισαν όλη την υποδομή του κοινωνικού κράτους, όπως και δίκτυα λαϊκής παιδείας και υγείας, πολύ πριν αναλάβουν την εξουσία. Οι σοσιαλδημοκράτες δούλευαν περίπου εβδομήντα χρόνια στην κοινωνία, χτίζοντας τις λαϊκές υποδομές, και δημιούργησαν τεράστια κινήματα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Και όταν ανέλαβαν την εξουσία, «κρατικοποίησαν» αυτό το κίνημα και αποκεί άρχισε η παρακμή του. Το κράτος πάντα είναι σημάδι ταξικής εξουσίας. Και το ερώτημα αν πρέπει να υπάρχει, υπαρκτό.
Κάποιος θα μπορούσε να απορρίψει αυτές τις σκέψεις ως ρεφορμιστικές και καθόλου επαναστατικές. Ας θυμηθούμε: Η Καμπότζη και το Βιετνάμ είναι οι δύο μοναδικές χώρες που νίκησαν ένοπλα τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Οι αρχές του Πολ Ποτ είχαν ένα επαναστατικό όραμα: απόλυτη ισότητα, κατάργηση του κέρδους και του χρήματος, επιστροφή της παραγωγής στον πρωτογενή τομέα και άλλα τέτοια ωραία πράγματα. Αλλά για να τα κάνει να συμβούν όλα αυτά, σφαγίασε περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της Καμπότζης κι έριξε τη χώρα στην απόλυτη φτώχεια (οι αξιωματούχοι του καθεστώτος δικάζονται ακόμα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

Μια τέτοια επανάσταση είναι το ίδιο μισητή
όσο και μια φασιστική δικτατορία. Ο Παπαδόπουλος έλεγε το πραξικόπημά του επανάσταση. Οι αλλαγές στην κοινωνία γίνονται πρωτίστως στις συνειδήσεις. Κι από τη στιγμή που αρχίζουμε να βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά –και με τη δικιά μας ελεύθερη βούληση– στρατευόμαστε σε έναν κοινωνικό ακτιβισμό που θα δώσει καρπούς όταν οι συνθήκες ωριμάσουν.
Βεβαίως, η Ιστορία δεν προχωράει με μέτρο τη ζωή ενός ανθρώπου. Και είναι ευθέως ανάλογη με τις συνειδήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας ενός λαού. Και όσο κυριαρχεί η τηλεοπτική συνείδηση, η επανάσταση μεταφέρεται στο μέλλον. Και δυστυχώς, η Ιστορία δεν είναι αυτοκίνητο για να παίρνει επιτάχυνση. Κινείται με τους ρυθμούς που της επιβάλλουν οι μάζες. Και όσο αυτές παραμένουν σε αδράνεια, βρίσκεται κι αυτή σε αδράνεια.
Παρόλα αυτά τα στοιχειώδη για κάποιον πολιτικά σκεπτόμενο άνθρωπο, βρέθηκαν ομάδες που θέλησαν να επιταχύνουν την Ιστορία. Ο Χορστ Μάλερ ήταν ένας από αυτούς. Αυτό το επιφανές μέλος της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός»-RAF θεωρούσε την εργατική τάξη της Δυτικής Γερμανίας τελείως παθητική και διεφθαρμένη, και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί από μόνη της. Οι εργάτες ήταν κατατρομαγμένα γουρούνια, μαζί με το σύνολο της Αριστεράς. Και μαζί με τους συντρόφους του, πίστεψαν πως με κάποιες δολοφονίες και κάποιους δυναμίτες θα την απελευθέρωναν. Αντίστοιχες αντιλήψεις και δράσεις υπήρχαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον με τον Μάλερ ήταν πως, μόλις βγήκε από τη φυλακή, άλλαξε το μπολσεβίκικο κοστούμι του και φόρεσε το ναζιστικό. Σήμερα είναι ηγετικό στέλεχος των νεοναζί.

Άλλαξε ο Μάλερ πολιτικές αντιλήψεις,
όπως τον κατηγόρησαν, ή απλώς παρέμεινε συνεπής στις απόψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άποψή μου, μια ναζιστική ή φασιστική αντίληψη δεν είναι απαραίτητο να έχει την αντίστοιχη ιδεολογική αναφορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ένα θρησκευτικό κίνημα. Ακόμα μπορεί να εκφραστεί και από το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό, αλλά ακόμα και αναρχικό. Σ’ αυτήν την αντίληψη υπάρχουν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά που μπορούμε να τα κατονομάσουμε:

– Οι μάζες βρίσκονται σε λήθαργο και παρακμή
και από μόνες τους δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Είναι πρόβατα και χρειάζονται έναν τσοπάνη (χριστιανική προσέγγιση, ποίμνιο και ποιμένας). Έχουν ανάγκη από έναν μεσσία-αρχηγό που θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωσή τους, αφού πρώτα υποταγούν τυφλά στον αρχηγό (Χίτλερ, Μουσολίνι και, από την άλλη πλευρά του καθρέπτη, Στάλιν, Μάο και όχι μόνο). Το ρόλο του μεσσία μπορούν να παίξουν και οι λεγόμενες πρωτοποριακές ομάδες, που θεωρούν τον εαυτό τους εκπρόσωπο του λαού, άσχετα αν δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του.

– Στο σημείο, λοιπόν, που όλοι αυτοί είναι ανώτεροι
από τους άλλους, είτε σαν φυλή ή πρωτοπορία είτε σαν ποιμένες-αρχηγοί και φίρερ, αναγκαστικά δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα. Οι άλλοι είναι υποδεέστεροι. Άρα, το μόνο που έχουν να κάνουν οι «κατώτεροι» είναι ή να ακολουθήσουν τυφλά τους αρχηγούς ή να θεωρηθούν εχθροί, στο σημείο που δεν υποτάσσονται στην ανώτερη αλήθεια.
– Όταν κάποιος από μας πατάει μια κατσαρίδα, ποτέ δεν σκέφτεται ότι σκοτώνει μια ζωή. Και όταν οι άνθρωποι, στα μάτια των ανωτέρων, έχουν τα ίδια δικαιώματα με τις κατσαρίδες, η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία σημασία. Για αυτό είναι εύκολη η βία. Άνθρωποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπόλοιποι βαπτίζονται εχθροί. Και η βία, από εργαλείο, γίνεται αξία και δημιουργεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με πολιτική αναφορά είτε όχι.
– Υπάρχει πάντα μια αναφορά που δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση. Και αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική-μεταφυσική, μπορεί να είναι εθνική ιδέα, μπορεί να είναι φυλετική, και ακόμα μπορεί να είναι επαναστατική-φαντασιακή. Ένα είδος θεατρικού έργου που, για να παιχτεί, απαιτεί ανθρώπινες ζωές.

Όλα τα κινήματα που είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά
, άσχετα αν κάποτε πήραν την εξουσία ή δεν μπόρεσαν ποτέ να την πλησιάσουν κι έμειναν μικρές περιθωριακές ομάδες κι εξοντώθηκαν, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν είναι κινήματα μαζών, ακόμα και όταν είναι μαζικά, αλλά ένα κρατικό μόρφωμα που χτίζεται μέσα στο κράτος με σκοπό να το αντικαταστήσει. Με άλλα λόγια, ο παράγοντας άνθρωπος είναι απών. Για αυτό και η βία για αυτούς είναι απαραίτητη. Γιατί σκέφτονται σαν κράτος και εξουσία.

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε
, δεν θα έκανε κανένα αντάρτικο. Θα είχε καταλάβει πως τα ένοπλα κινήματα είναι αδιέξοδα. Δηλαδή, αυτό που κατάλαβαν όλα τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, που δεν είχαν καμιά σχέση με τις καρικατούρες των ένοπλων κινημάτων στην Ευρώπη.
Οι Σαντινίστας, που πήραν την εξουσία με τα όπλα το 1979, κατάλαβαν στη συνέχεια πως δεν μπορούσαν να την κρατήσουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλογές, τις οποίες και χάνουν και αποχωρούν από την εξουσία.
Ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο Μεξικό ποτέ δεν δήλωσε πως πρέπει να πάρουν την εξουσία με τα όπλα, αλλά πως πρέπει να παλέψουν σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα δημιουργούσε μια αυθεντική δημοκρατία στο Μεξικό, που θα χωρούσε και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών του.
Το μόνο ένοπλο κίνημα που έχει απομείνει στη Λατινική Αμερική είναι το παραδοσιακό αντάρτικο του FARC, που δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα εξουσίας. Αυτοσυντηρείται συχνά με συμμαχίες με τις μαφίες των ναρκωτικών, δημιουργώντας έτσι ένα ανταρτοληστρικό κίνημα που δεν έχει σχέση με τη πολιτική, αλλά με την επιβίωση.

Υποδειγματικές πράξεις και η Ακροδεξιά των ΗΠΑ

Μετά τον γαλλικό Μάη του ’68 και το φοιτητικό κίνημα που ξέσπασε σε Ευρώπη και ΗΠΑ περίπου την ίδια περίοδο με εντυπωσιακή ορμή, είχαμε στην ουσία μια πρώτη ουσιαστική ρήξη με τον σοβιετικό κομμουνισμό. Μετά την επικράτηση του μπολσεβίκικου πραξικοπήματος τον Οκτώβρη του 1917, το πολύβουο και πολύχρωμο επαναστατικό κίνημα του 19ου αιώνα πέρασε μέσα από τους αποστακτήρες των μπολσεβίκων, που δημιούργησαν υποκαταστήματα και αντιπροσωπείες σχεδόν σε όλο τον κόσμο, με εργαλείο την Γ΄ Διεθνή. Κυριάρχησαν ιδεολογικά και πολιτικά, εγκαθιστώντας το παγκόσμιο μονοπώλιο της επανάστασης. Η ρήξη με την Κίνα, μετά το θάνατο του Στάλιν, μπορεί να δημιούργησε ένα μαοϊκό κίνημα ανά τον κόσμο, αλλά δεν είχε καλύτερη τύχη από αυτό του τροτσκισμού. Το ένδοξο αναρχικό κίνημα του 19ου αιώνα είχε μια τελευταία αναλαμπή στην Ισπανία, πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Και στη μόνη μορφή που είχε επιζήσει ήταν είτε με τη μορφή του συνδικαλισμού είτε σαν σημαντικές προσφορές διανοουμένων. Και εδώ εμφανίζεται αυτό που αποκαλούμε συμβολικά «γαλλικός Μάης». Γιατί στην ουσία ήταν ένα διεθνές κίνημα, που σ’ αυτό μπορούμε να εντάξουμε επίσης και το δικό μας Πολυτεχνείο. Και αυτό το κίνημα φέρνει τα πάνω κάτω.

Κι ανοίγονται πολλές συζητήσεις.
Σύμφωνοι όλοι στην απόρριψη του σοβιετικού κομμουνισμού. Αλλά αποκεί και πέρα, τι; Να θυμίσουμε λίγο την εποχή. Αντάρτικα στον Τρίτο κόσμο. Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Βιετνάμ και Καμπότζη που προχωρούσαν νικηφόρα με τη δύναμη των όπλων. Κι ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Ξαναπαίρνουμε τα όπλα στον αναπτυγμένο κόσμο και γινόμαστε η ένοπλη πρωτοπορία ή εντασσόμαστε στο μαζικό κίνημα και δίνουμε όλη μας την ενέργεια σε αυτήν τη δύναμη; Κάποιοι επέλεξαν την ένοπλη βία σαν υποδειγματική πράξη. Και έτσι είχαμε τη Φράξια Κόκκινος Στρατός στη Δυτική Γερμανία, την Άμεση Δράση στη Γαλλία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα τη 17 Νοέμβρη. Εκτός από την Ιταλία, όπου οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η Αυτονομία του Νέγκρι είχαν χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές, όλες οι υπόλοιπες ομάδες της ένοπλης υποδειγματικής δράσης ήταν ολιγάριθμες.
Η τακτική που επιλέχτηκε ήταν οι δολοφονίες και η νιτρογλυκερίνη, που αναβίωσαν τις χειρότερες στιγμές του αναρχικού κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Ο αναρχισμός, από κίνημα ισότητας και δικαιοσύνης, ταυτίζεται με δολοφονικές ενέργειες από τους πολέμιούς του και μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να ξεφύγει από αυτήν τη ρετσινιά. Σε αυτό δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι αναρχικοί. Δομικά, αυτά τα κινήματα δεν ήταν διαφορετικά από τα ένοπλα ακροδεξιά κινήματα των ΗΠΑ, και ιδιαίτερα από την Κου Κλουξ Κλαν, που χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους. Αυτό που άλλαζε ήταν ο στόχος. Στη περίπτωση της Ακροδεξιάς των ΗΠΑ, στόχος ήταν οι μαύροι. Στην περίπτωση των ένοπλων επαναστατικών ομάδων ήταν στελέχη του κατεστημένου, άσχετα αν ήταν ένοχοι ή αθώοι. Και εδώ επικράτησε η φασιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης. Ξεπέρασαν έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολοκληρωτικού κράτους. Εκεί κάποια δίκη ή κάποιο στρατοδικείο στηνόταν, έστω και για τα μάτια. Σ’ αυτές τις ομάδες δεν χρειαζόταν τίποτα. Αποφάσιζαν ποιος ήταν ο εχθρός και τον εκτελούσαν, ξεπερνώντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυσε η συλλογική ευθύνη. Το θύμα πάντοτε ήταν συγκεκριμένο. Στους «δικούς μας επαναστάτες» ισχύει η συλλογική ευθύνη. Και κατά τα πρότυπα των ναζί δημιουργούν «Καλάβρυτα» στο μέτρο του δυνατού. Και εφαρμόζουν την αρχή του «συλλογικού υποσυνείδητου», που σημαίνει πως όλοι είναι ένοχοι.

Μέσα και σκοπός

Αυτό που λέγεται, ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», στην ουσία σημαίνει πως επιδιώκεις έναν αθέμιτο σκοπό με αθέμιτα μέσα. Και για να δικαιολογήσεις τα αθέμιτά σου μέσα, βαφτίζεις το σκοπό σου θεμιτό, του δίνεις ένα ωραίο όνομα και το ονομάζεις «υψηλό ιδανικό». Κι αποκεί και πέρα, παίρνεις συγχωροχάρτι προκαταβολικά και μπορεί να κάνεις ό,τι θέλεις. Όπου η εξουσία κατακτήθηκε με τα όπλα, κρατήθηκε με τα όπλα, εκτός σπανίων περιπτώσεων, που αυτήν τη φορά στράφηκαν εναντίον των μαζών που έκαναν την επανάσταση. Γιατί, ποτέ και πουθενά, καμία πρωτοπορία δεν έκανε καμιά επανάσταση. Η επανάσταση είναι υπόθεση των μαζών, όταν συνειδητοποιήσουν πως έχουν τη δύναμη να επαναστατήσουν, ανεξάρτητα αν αυτή τους η δύναμη καταλήξει στα χέρια αδίστακτων γραφειοκρατών, που με τη βία της καταστολής αφαιρούν τη δύναμη των μαζών.

Η Hannah Arendt στο βιβλίο της «Περί Βίας»
(εκδόσεις Αλεξάνδρεια) κάνει μια σημαντική διάκριση μεταξύ βίας και δύναμης, που σαν έννοιες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αν και είναι πολλοί που ταυτίζουν αυτές τις δύο έννοιες, στην ουσία είναι αντίθετες μεταξύ τους. Η βία είναι εργαλείο. Και η Arendt στη μελέτη της μένει έκπληκτη από το γεγονός για το πόσο σπάνια το θέμα της βίας αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης ανάλυσης.

Η βία δεν δημιουργεί δύναμη, αλλά αδυναμία
. Και όταν τα μέσα επικρατούν του σκοπού και αυτά είναι βίαια, το προϊόν της βίας έχει ακόμη περισσότερη βία (τσαρισμός-μπολσεβικισμός).

Η δύναμη είναι η άτυπη εξουσία των μαζών,
που είτε τη χρησιμοποιούν για τα συμφέροντα των πολλών είτε την παραχωρούν (ή υφαρπάζεται με διάφορα μέσα) σε μια εξουσιαστική ελίτ, από μοναρχία έως εκλεγμένη κοινοβουλευτική κυβέρνηση.

Άρα, η υπόθεση της επανάστασης
είναι να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Κι αυτό αποτελεί το μεγάλο διακύβευμα, όταν οι πολλοί πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επαναστάτες. Αγώνας για να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει.
Γι’ αυτό χρειάζονται πολλές παρεμβάσεις, σε πολλά επίπεδα, τόσο στο ατομικό, όσο και στο κοινωνικό. Για μένα, αυτός που θέλει έναν κουβά νερό για να πλύνει τα δόντια του, δεν μπορεί να είναι επαναστάτης, ακόμα και αν διδάσκει οικολογία σε πανεπιστήμιο. Χωρίς προσωπική ηθική, είμαστε όλοι εν δυνάμει εξουσιαστές και γραφειοκράτες, όσο κι αν διακηρύσσουμε το αντίθετο.

Τελικά, για ποιον παράδεισο αγωνιζόμαστε;
Για ποια ουτοπία; Για τίποτα από όλα αυτά. Κανείς δεν ήρθε από τον παράδεισο για να μας πει πώς είναι. Και οι ουτοπίες που πήγαν να χτιστούν γίναν δυστοπίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καμία μελλοντική κοινωνία αν δεν αρχίσουμε να τη χτίζουμε από τώρα μέσα σ’ αυτήν τη κοινωνία. Μπορούμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά: ισότητα, δικαιοσύνη, η παραγωγή του πλούτου να πηγαίνει στην κοινωνία κι όχι στους κερδοσκόπους. Μαζί με πολλά άλλα χαρακτηριστικά, που έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες από τους μεγάλους στοχαστές που είχαν στόχο τον άνθρωπο και την ευτυχία του.
Προς το παρόν, παλεύουμε για ανθρώπινα δικαιώματα στην κόλαση. Κι αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.
Περικλής Κοροβέσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου