Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το γράμμα

Αγαπητέ Πιτσιρίκο, σου στέλνω αυτό το mail από τη Γερμανία όπου ζω 1.5 χρόνο τώρα και κάνω το διδακτορικό μου. Αφορμή αποτέλεσε το σημείωμα που μου έστειλε η μάνα μου μέσα σε ένα δέμα λίγο πριν το δεύτερο γύρο εκλογών:
«Ελπίζουμε, όταν πάρεις το δέμα, να έχουμε κυβέρνηση που θα φροντίσει να γυρίσουν πίσω τα παιδιά της ΕΛΛΑΔΑΣ.
Σ’ αγαπάμε πολύ
Μας λείπεις πάρα πολύ
Φιλάκια»

Δεν της το σχολίασα ποτέ. Τι να της πω; «Έλα μανούλα μου, δεν είμαι και μετανάστης στη Γερμανία;» Είναι ο πόνος της μάνας – και δη της χωρισμένης που με μεγάλωσε δουλεύοντας δύο δουλειές -, είναι και το κλίμα των ημερών και την καταλαβαίνω. Σίγουρα, πάντως, πλέον με τη «νέα» κυβέρνηση, δεν περιμένει να με δει πίσω σύντομα.
Τη σκέφτομαι ώρες ώρες… έδωσε τη ζωή της για να έχω ένα καλύτερο μέλλον και χαίρεται απίστευτα που το κατάφερε. Μας θυμάμαι να πηγαίνουμε οικογενειακά στο χωριό για τις εκλογές, με το αμάξι τυλιγμένο στις σημαίες του ΠΑΣΟΚ, και με τραγούδια, γέλια και αστεία σε όλη τη διαδρομή. Και τώρα βλέπω την πίκρα και την απογοήτευση στα μάτια της… «Είχαμε τόσα όνειρα, τους πιστέψαμε και αυτοί τα εκμεταλλεύτηκαν». Αν και αργά, ξύπνησε, κατάλαβε την κοροϊδία τόσων χρόνων και νιώθει προδομένη. Είναι ειρωνικό, κατά μία έννοια συνέβαλε με την ψήφο της και τις πράξεις της στο να είμαι τώρα μακριά της.

«Πονάω για την Ελλάδα…. Σκατά τα κάναμε» μου λέει. Εγώ όμως δεν πονάω για την Ελλάδα. Πονάω για ανθρώπους. Δεν είμαι παιδί της Ελλάδας όπως γράφει στο σημείωμα της. Είμαι παιδί των γονιών μου, ψηφίζω στην Ελλάδα και κατοικώ στη Γη. Αν έκανε κάτι τόσα χρόνια η Ελλάδα και πολλοί Έλληνες ήταν να φροντίσουν να με διώξουν, όχι να με κρατήσουν. Δεν μπορώ να επιβιώσω με ήλιο, θάλασσα, φίλους και έρωτες… Αν οι σχέσεις είναι αληθινές, θα κρατήσουν, ήλιο και θάλασσα θα αρκεστώ 10 μέρες το χρόνο. Προτεραιότητες είναι αυτές, καταλαβαίνεις. Αλλά και πέρα από το οικονομικό, πνιγόμουν από τη σαπίλα των περισσότερων ανθρώπων γύρω μου.
«Εσύ πρόλαβες και έφυγες, εμείς να δούμε τι θα κάνουμε» μου λένε συγγενείς και φίλοι. «Δεν πρόλαβα, φρόντισα» απαντάω εγώ. Για μένα ήταν ξεκάθαρο: Το καράβι έπλεε ακυβέρνητο και έμπαζε νερά χρόνια τώρα, ενώ οι επιβάτες πίνανε Mojito στο pool bar και αγνοούσαν όσους έλεγαν πως πρέπει να βοηθήσουν όλοι για τις επισκευές γιατί αλλιώς θα βουλιάξουνε. Από τον πάτο της θάλασσας δεν μπορείς να βοηθήσεις κανέναν.
Δεν χρειαζόταν καμιά τρομερή ενόραση. Από μικρή άκουγα ιστορίες διαφθοράς στο δημόσιο από τη μάνα μου που δούλευε στη Νομαρχία, έβλεπα τα δώρα που έπαιρνε η δασκάλα μου από μαμάδες για ευνοϊκότερη μεταχείριση των μονάκριβων τους, τα φακελάκια οι γιατροί, είδα τα διαπλεκόμενα στο πανεπιστήμιο, έμαθα για τόσα σκάνδαλα στην πολιτική ζωή, έζησα σε προσωπικό επίπεδο τη μη απονομή δικαιοσύνης, είδα τον Κορκονέα να δολοφονεί τον Αλέξη στο YouTube, βίωσα μέχρι και τη συγκάλυψη παιδεραστή.
Συμφωνώ απόλυτα. Σκατά τα κάνατε! Δεν είναι κοινωνία αυτό, μπουρδέλο είναι. Εδώ ταιριάζει περίφημα το γνωστό σύνθημα «Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η βουλή», γιατί οι πολιτικοί είναι καθρέφτης της κοινωνίας που έζησαν. Δεν ήρθαν ουρανοκατέβατοι, ούτε φύτρωσαν. Συμπολίτες μας τους μεγάλωσαν και τους δίδαξαν.
Και επανέρχομαι στο «εμείς να δούμε τι θα κάνουμε». Ποτέ δεν μου καθόταν καλά το αυτό το «εμείς» (πάντα το «εμείς» και το «οι άλλοι» σε κοινωνικό επίπεδο δείχνει διχασμό, κάτι που σπάνια είναι καλό). Σίγουρα από εδώ δεν μπορώ να συμμετέχω σε πορείες αλλά μπορώ να κάνω πολλά άλλα πράγματα. Μπορούσα (και ήθελα) επίσης να έρθω να ψηφίσω. Έδωσα λοιπόν τα 300 ευρώ για τα εισιτήρια, πήγα στην κάλπη, περίμενα τα αποτελέσματα και μετά τράβαγα τα μαλλιά μου. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης… Πολιτική συνείδηση μηδέν (ως επί το πλείστον) ή είμαστε μαζοχιστές ή ηλίθιοι. Δεν ξέρω τι απ’ όλα είναι χειρότερο. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι τζάμπα ήρθα, ότι πετάξαμε μία καλή ευκαιρία για αλλαγή από το μπαλκόνι και, φυσικά, ότι τίποτα ουσιαστικό δεν θα άλλαζε στο δεύτερο γύρο.
Αυτό που θα κάνουμε λοιπόν είναι να πιάσουμε πάτο, απόπατο, πιο κάτω να μην πάει, να σκοτώνουμε για αρχή μετανάστες, μετά να σκοτωνόμαστε και μεταξύ μας γιατί θα πέσει κι άλλη πείνα, να γίνουμε ακόμα πιο παρτάκηδες (αν γίνεται κάτι τέτοιο δηλαδή), και, όταν δεν θα έχουμε τίποτα άλλο να χάσουμε εκτός από τη ζωή μας, μπορεί να οργανωθούμε και να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας, με αμφίβολα αποτελέσματα (ειδικά μακροπρόθεσμα), αν δεν έχουμε αλλάξει μυαλά. Γιατί δυστυχώς έτσι είναι ο άνθρωπος. Μια χαρά τα έλεγε ο Wilhelm Reich στο «Άκου ανθρωπάκο».
Μένω λοιπόν να αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να πιάσουμε πάτο και μετά να δούμε το φως το αληθινό. Η απάντηση στο τι κάνουμε δεν είναι ούτε δύσκολη, ούτε κρυμμένη, ούτε σε βιβλία, ούτε σε ηγέτες. Στο λεξιλόγιο μας είναι. Αγάπη, αλληλεγγύη, υπευθυνότητα, σεβασμός, συμπόνια, κατανόηση, συμπαράσταση, διάλογος, ειλικρίνεια, αυτοκριτική, καλοσύνη, δικαιοσύνη, θάρρος. Πρώτα αναπτύσσουμε αυτά μέσα μας, μετά βοηθάμε και τους γύρω μας, για να φτάσουμε στην εμπιστοσύνη, στο όλοι μαζί και τελικά στη δόμηση μίας κοινωνίας που θέλεις να συμμετέχεις και να δημιουργείς. Μίας κοινωνίας που σε κάνει να χαίρεσαι να ζεις και όχι να πηδάς από μπαλκόνια. Ουτοπικό; Ίσως… Μπορεί να μη φτάσουμε μέχρι τα αστέρια, αλλά και στο φεγγάρι να φτάσουμε δεν είναι άσχημα νομίζω.
Συνεχίζω να προσπαθώ για έναν πιο όμορφο κόσμο λοιπόν και να ψάχνω παρέα για την προσπάθεια, γιατί αν ποτέ η μάνα μου με ρωτήσει «αν αντάμωσα την ευτυχία», δε θέλω να της απαντήσω «γραμμένη στον τοίχο την είδα σε μιά συνοικία».
Συγνώμη αν σε κούρασα.
Φιλικά
Δάφνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου