Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Το αίτημα για κυβέρνηση της Αριστεράς είναι εδώ

Όταν, πριν από τις εκλογές της 6ης Μαΐου, ο Αλέξης Τσίπρας μιλούσε για κυβέρνηση της Αριστεράς, όλοι ήξεραν πως δεν επρόκειτο παρά για φιλόδοξο οραματικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ. Πως, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν κάτι άμεσα επιδιώξιμο ή βραχυ-μεσοπρόθεσμα ορατό. Κι όμως ο στόχος ενέπνευσε μεγάλες κατηγορίες Ελλήνων πολιτών, κατά πως κατεγράφη στο εκλογικό αποτέλεσμα. Και, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ σημαντικό και ασφαλώς πιστώνεται στον ΣΥΡΙΖΑ το ότι το ζήτημα της αριστερής διακυβέρνησης εισήχθη για πρώτη φορά στη νεότερη πολιτική ιστορία της χώρας. Απʼ ό,τι μάλιστα αποδεικνύεται σήμερα, το αίτημα της αριστερής διακυβέρνησης ήρθε για να μείνει…
Σήμερα, για πρώτη φορά εδώ και πολλά - πολλά χρόνια (ίσως από το 1981), εμφανίζονται ενώπιον του ελληνικού λαού δύο απολύτως διακριτές προτάσεις
Σήμερα, εν όψει των εκλογών της 17ης Ιουνίου, το ενδεχόμενο ανάδειξης κυβέρνησης της Αριστεράς δεν μοιάζει πια τόσο μακρινό. Ούτε, ασφαλώς, τόσο οραματικά ουτοπικό. Συνιστά πλέον άμεση διεκδίκηση.
Καθώς οι εναλλακτικές προτάσεις για εξουσία με δεξιό ή με αριστερό πρόσημο μετά από δυο εβδομάδες παίζουν σχεδόν στα ίσα. Κι εδώ δεν πρόκειται για δίπολο γαλλικού τύπου, όπου κυριαρχεί και αναμετράται με τη δεξιά η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της Αριστεράς. Εδώ μιλάμε για πιο «καθαρές» καταστάσεις.
Στην Ελλάδα, σήμερα, για πρώτη φορά εδώ και πολλά - πολλά χρόνια (ίσως από το 1981), εμφανίζονται ενώπιον του ελληνικού λαού δύο απολύτως διακριτές προτάσεις. Πράγματι, στις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας τριακονταετίας, οι κεντρικές επιλογές κινούνταν ανάμεσα σε δύο σχεδόν πανομοιότυπες, ως προς τα βασικά τους χαρακτηριστικά, προτάσεις. Με μόνο διαχειριστικού τύπου διαφορές.

Ήταν γι' αυτό που οι μετακινήσεις των εκλογέων είχαν κατά κύριο λόγο να κάνουν με τη «αμφίδρομη ροή» ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στη Ν.Δ., ανάλογα με το πού κατευθυνόταν κάθε φορά το ρεύμα της εποχής. Δίχως αυτό να δημιουργεί σοβαρά συνειδησιακά προβλήματα στους μετακινούμενους ψηφοφόρους του παραδοσιακού δικομματισμού.
Στην εν όψει αναμέτρηση τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Τώρα οι πολίτες εκλογείς έχουν μπροστά τους δύο όλως διαφορετικές προτάσεις. Όχι μονάχα ως προς το «χρώμα» της επιλογής αλλά και -κυρίως- ως προς το περιεχόμενό της. Μʼ άλλα λόγια σήμερα οι Έλληνες καλούνται νʼ αποφασίσουν «καθαρά». Και μʼ αυτή την έννοια, παίρνουν το μέλλον της χώρας και την τύχη του λαού της στα χέρια τους…


Δύο διακριτές επιλογές
Υπάρχουν λοιπόν σήμερα, έχουν κατατεθεί και εμφανίζονται ενώπιον το λαού, δύο συγκεκριμένες επιλογές, η δεξιά και η αριστερή. Και τούτο δεν έχει μονάχα να κάνει με το γεγονός ότι στο δίπολο των προφανών διεκδικητών της εξουσίας βρίσκονται από τη μια μεριά η δεξιά Ν.Δ. κι από την άλλη ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ. Κι ας είναι το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά η πιο δεξιά από τις δεξιές εκδοχές της όλης πορείας της Ν.Δ. από τη μεταπολίτευση και δώθε.
Πρόκειται προπάντων για το περιεχόμενο της κάθε πρότασης. Όπου από τη μια μεριά βρίσκεται η συντηρητική, η ήπια διαπραγματευτική, η αμυντική αντίληψη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Κι από την άλλη η διεκδικητική, η «επιθετική», η αντίληψη η ανατρεπτική των δεδομένων. Και πρόκειται επίσης για το όλο πακέτο διακυβέρνησης, όπως παρουσιάζεται από τα δύο κόμματα και από τους δυνάμει συμμάχους τους.
Από τα θέματα της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής έως το μεταναστευτικό και το «μέτρο» των ανθρωπίνων και των εργασιακών δικαιωμάτων. Κι από την Παιδεία και την Υγεία και τα ζητήματα προστασίας (ή μη προστασίας) του περιβάλλοντος, έως τα αφορώντα στον ρόλο των τραπεζών. Μένει στον ελληνικό λαό να επιλέξει την εκδοχή που προτιμά. Με ποια επιτέλους από τις δύο αισθάνεται συγγενέστερα.
Σήμερα οι δυνάμεις που εκπροσωπούν την πρώτη επιλογή, την αμυντική, κουνούν το δάχτυλο στον ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας του επιτακτικά να απαντήσει τι θα γίνει αν οι δανειστές δεν αποδεχτούν τους όρους του. Προαναγγέλλοντας τα φοβερά και τα τρομερά, τα χείριστα και τα αίσχιστα που θʼ ακολουθήσουν. Αποφεύγουν ωστόσο νʼ απαντήσουν οι ίδιοι τι θα γίνει, αν οι δανειστές αρνηθούν τη δική τους πρόταση «επαναδιαπραγμάτευσης» ή «σταδιακής αποδέσμευσης» ή «απαγκίστρωσης» ή όπως αλλιώς ονομάζουν τις μεταρρυθμιστικές τους φιλοδοξίες.
Προφανώς, κι ας μην το λεν, θα υποκύψουν στο μοιραίο. Αφού, κατά πως υποστηρίζουν, δεν πρόκειται να πάρουν σοβαρά ρίσκα. Και, σʼ αυτή την περίπτωση, γιατί άραγε να ενδώσουν οι δανειστές, γνωρίζοντας τα σχεδόν ανύπαρκτα διαπραγματευτικά όρια των παραδοσιακών μνημονιακών; Όλοι θυμόμαστε εξάλλου τις χιλιάδες ξεθωριασμένες «κόκκινες γραμμές» των περί ων ο λόγος επίδοξων διαπραγματευτών.
Οι Έλληνες πολίτες τώρα ξέρουν. Ξέρουν με ποιες προτάσεις έχουν, εναλλακτικά, να κάνουν. Ξέρουν επίσης ανάμεσα σε ποια πρόσωπα έχουν να επιλέξουν. Δεν έχουν παρά να μετρήσουν και να ζυγίσουν το ειδικό βάρος των προτάσεων. Και την αξιοπιστία των προσώπων…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου