Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Καπιταλισμός της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας

Του Ανέστη Ταρπάγκου
Δύο παράλληλες διαδικασίες στις μητροπόλεις και στην περιφέρεια
Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετέπειτα πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τον καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας (που είχε χαρακτηρίσει την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου) σʼ εκείνον της σχετικής υπεραξίας. Αυτό έγινε με τη μαζική εφαρμογή των επιστημονικών ανακαλύψεων και των τεχνολογικών καινοτομιών στη βιομηχανική κυρίως παραγωγή, σε συνδυασμό με την άνοδο του εργατικού και αριστερού κινήματος και την καταγραφή των ιστορικών κατακτήσεων για τον περιορισμό της εργάσιμης ημέρας, του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, των συλλογικών συμβάσεων κ.λπ.

Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών (επιστημονικό - τεχνικών επαναστάσεων και ταξικής διαπάλης) έδωσε γένεση στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα σʼ αυτό που συνηθίστηκε να αποκαλείται «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», δηλαδή ένα πλαίσιο νομικών ρυθμίσεων, συλλογικών διαπραγματεύσεων, εργατικών ελευθεριών και αναδιανομής του εισοδήματος που λειτουργούσαν προς όφελος των άμεσων τουλάχιστον συμφερόντων της μισθωτής εργασίας. Αυτά βέβαια μέσα σʼ ένα γενικότερο οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από την συνεχή ανάπτυξη του σύγχρονου καπιταλισμού, που έδειχνε μάλιστα να ξεπερνά την πρώτη εκδήλωση της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1970.
Αν έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα στις χώρες του «ανεπτυγμένου» καπιταλισμού (δυτική Ευρώπη και βόρεια Αμερική), στις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη (νοτιο-ανατολική Ασία και Λατινική Αμερική), κυριαρχούσε η αγροτική παραγωγή με την ταυτόχρονη σταδιακή ανάπτυξη οικονομικών τομέων που βασίζονταν στον καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας, δηλαδή στα επιμήκη ημερήσια ωράρια εργασίας, στην απουσία συλλογικών ρυθμίσεων, στα εξαιρετικά συμπιεσμένα ημερομίσθια κ.λπ.
Μʼ αυτή την έννοια, ο διεθνοποιημένος ανταγωνισμός λειτουργούσε ικανοποιητικά για τις ανεπτυγμένες οικονομίες στο μέτρο που παρήγαν εξελιγμένα και σύνθετα εμπορεύματα (π.χ. αυτοκίνητα, υπολογιστές, μηχανοκατασκευαστικές εγκαταστάσεις κ.ά.), αλλά και για τις χώρες του καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας, που βασίζονταν στην ένταση της εργασίας (έναντι της έντασης του κεφαλαίου) εφόσον περιορίζονταν στην παραγωγή εμπορευμάτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας (λ.χ. κλωστοϋφαντουργίες, τρόφιμα κ.λπ.).


Προς την «ομογενοποίηση» των καπιταλιστικών οικονομιών

Η εξέλιξη ωστόσο των οικονομικών πραγμάτων που επακολούθησε στην τελευταία περίοδο (τέλη του 20ού αιώνα και αρχές του 21ου αιώνα) άλλαξε σοβαρά τα δεδομένα στον διεθνή ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο προηγούμενες ενότητες των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών.
Από τη μια πλευρά, εξερράγη η σύγχρονη κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης στις ανεπτυγμένες οικονομίες, εξ αιτίας της αδυναμίας των κεφαλαίων να επιτυγχάνουν επαρκή αποδοτικότητα κερδοφορίας (αύξηση των παγίων επενδύσεων, πτώση της ανταγωνιστικότητας, συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης κ.λπ.) και έτσι η επιδείνωση της θέσης τους στις διεθνείς αγορές. Αυτό το γεγονός οδηγεί στη σημερινή μεταστροφή του δυτικο-ευρωπαϊκού καπιταλισμού στις διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων, μαζικής αύξησης της ανεργίας και δρομολόγησης πακέτων λιτότητας που καταλήγουν να σηματοδοτούν την επιστροφή σε μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, μέσα σε ένα υπερανεπτυγμένο παραγωγικό περιβάλλον που αντιστοιχεί στην εξαγωγή σχετικής υπεραξίας.
Δηλαδή, παρά την τεχνολογική και επιστημονική εξέλιξη και τη μαζική ενσωμάτωση της «νεκρής εργασίας» στην παραγωγή, εντούτοις επιχειρείται βίαια να επιβληθεί η λεγόμενη «κινεζοποίηση» του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού, η μετάπτωσή του σε συνθήκες καπιταλισμού εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας. Είναι αυτό ακριβώς που αντιπροσωπεύει τον κοινωνικό παραλογισμό της αναπαραγωγής του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, όπου τείνει να συνδυαστεί η ταυτόχρονη εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, σʼ ένα πλαίσιο πρωτόγνωρης ιστορικά επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, με την παράλληλη οικονομική εξαθλίωση των εργαζομένων τάξεων.
Από την άλλη πλευρά, η άνοδος στο παγκόσμιο προσκήνιο των οικονομιών της νοτιο-ανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κ.ά.) και η ανταγωνιστική λειτουργία τους προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες, συνδυάζεται με το γεγονός ότι σʼ αυτές τις χώρες συντελέστηκε στο τελευταίο διάστημα η εφαρμογή μεθόδων εξαγωγής σχετικής υπεραξίας, πάνω ωστόσο σʼ ένα υπέδαφος ολοκληρωτικής και πλήρους συνέχισης λειτουργίας των μηχανισμών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας. Γιʼ αυτό ακριβώς η συνύπαρξη σʼ αυτές τις χώρες υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, παρά τη διεθνή οικονομική κρίση των καπιταλιστικών μητροπόλεων, μαζικών τεχνολογικών παραγωγικών επενδύσεων και ταυτόχρονα συνθηκών εξαθλίωσης των αντίστοιχων εργατικών τάξεων, αναδεικνύει την άλλη πλευρά του ίδιου του παραλογισμού της καπιταλιστικής οικονομίας:
Η ολοκλήρωση της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου και η έναρξη των διαδικασιών εξαγωγής σχετικής υπεραξίας, αντί να συνοδευτεί με μέτρα κοινωνικής ανόδου της μισθωτής εργασίας (όπως είχε συμβεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ου αιώνα), βαδίζει παράλληλα με τη διατήρηση των συνθηκών εξανδραποδισμού των λαϊκών τάξεων.

Τα επίδικα της ταξικής διαπάλης στην παγκόσμια σκηνή

Το συμπέρασμα που προκύπτει απʼ αυτή την παράλληλη πορεία στους δύο πόλους της διεθνούς παραγωγής είναι ότι και στις δύο πλέον περιπτώσεις ο αστικός τρόπος παραγωγής, προκειμένου να μπορεί να επιβιώσει και να μπορεί να αναπαράγεται αποδοτικά, χρειάζεται την ταυτόχρονη εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.
Στη μια περίπτωση επιφέροντας την «κινεζοποίηση» του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και στη δεύτερη περίπτωση αποτρέποντας βίαια την οποιαδήποτε περίπτωση εμφάνισής του. Επιχειρείται δηλαδή να επιβληθεί μια σχετική κατά κάποιον τρόπο «ομογενοποίηση» των μορφών αξιοποίησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου με την ταυτόχρονη χρησιμοποίηση των διαδικασιών εξαγωγής σχετικής και απόλυτης υπεραξίας: Και στο έπακρο χρησιμοποίηση των πιο προωθημένων τεχνολογικών επιτευγμάτων, και παράλληλα, στο έπακρο εξαθλίωση του μισθωτού εργαζόμενου δυναμικού. Πρόκειται καθαρά για τον παραλογισμό των αστικών σχέσεων παραγωγής σʼ όλο του το μεγαλείο.
Αυτός ακριβώς ο κοινωνικός παραλογισμός, εγγεγραμμένος στο γενετικό κώδικα του σύγχρονου καπιταλισμού, που καθαιρεί το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» από τη μια πλευρά (ευρωπαϊκές οικονομίες) και που αποτρέπει την κατάκτησή του από την άλλη (ασιατικές και λατινικές χώρες), είναι που προκαλεί την εργατική λαϊκή έκρηξη στην ισπανική, ελληνική και πορτογαλική κοινωνία, και στο κοντινό μέλλον στη γαλλική και ιταλική κοινωνία, και τα φαινόμενα απεργιακών κινημάτων που ξεσπούν κατά καιρούς στην κινεζική και ινδική κοινωνία. Κι αν για τις αστικές κυρίαρχες τάξεις σʼ ολόκληρο πλέον το παγκόσμιο σκηνικό το επίδικο ζήτημα για τη συνέχιση της εξουσίας τους είναι ο στενός και σφικτός συνδυασμός εξαγωγής απόλυτης και σχετικής υπεραξίας ταυτόχρονα (πράγμα που τελικά καταδεικνύει ότι η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη ουδόλως πλέον μπορεί να έχει «προοδευτικά» χαρακτηριστικά), για τις εργαζόμενες λαϊκές τάξεις το επίδικο ζήτημα, που αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις, είναι η διατήρηση ή κατάκτηση (κατά περίπτωση) αυτού που έχει οριστεί ως «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο».
Μʼ άλλες λέξεις, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και μέσα από την ταξική αντιπαράθεση αυτών των δύο καίριων σημερινών επίδικων ζητημάτων (αστικού και λαϊκού) σε διεθνή κλίμακα, μορφοποιείται αυτή η σχετική «ομογενοποίηση» στις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες, γεγονός που προσδίδει στα πράγματα παγκόσμιο χαρακτήρα. Η ενδεχόμενη απόκρουση του εγχειρήματος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού στη νοτιο-δυτική Ευρώπη θα λειτουργήσει εξαιρετικά θετικά ως ορόσημο για τις εργατικές διεκδικήσεις στη νοτιο-ανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική, ενώ, από την άλλη, η οποιαδήποτε αποτύπωση εργατικών κοινωνικών κατακτήσεων στη δεύτερη περίπτωση θα λειτουργήσει ενισχυτικά για την πρώτη περίπτωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου