Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Φασισμός και Αυταρχική Δημοκρατία. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Διάβασα με προσοχή το άρθρο του Μιχάλη Σαμπατακάκη «Φασισμός και Δημοκρατία» (tvxs.gr, 19.10.2012) και την πρότασή του για τη δημιουργία ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου.
Με προσοχή, γιατί παρά τις σοβαρές διαφωνίες μου με το μνημονιακό μεταρρυθμισμό που εκπροσωπεί ο συντάκτης του άρθρου, παρά την έκδηλη προσπάθειά του να δικαιώσει μιαν ορισμένη παράδοση ευρωκομμουνισμού χωρίς κομμουνισμό, και παρά την απόπειρα να εξηγήσει με βάση τον Μπερλινγκουέρ μια συγκυβέρνηση υπό τον Σαμαρά (εξ ου και η υπονομευτική για το επιχείρημά του εμμονή στη «Θεωρία των Άκρων»), θεωρώ ειλικρινή την αγωνία που καταθέτει για την άνοδο του νεοναζισμού, όχι ένας «άκαπνος» νεοκυνικός, αλλά ένας άνθρωπος με σοβαρή αντιδικτατορική δράση. Έχουν το βάρος τους τέτοια φορτία σήμερα, στο βαθμό που «εγκαλούν» και κινητοποιούν ανθρώπους, πολιτικούς χώρους και γενιές* μπροστά σε μείζονα διακυβεύματα.
Λέω εξαρχής τη διαφωνία μου με τον Σαμπατακάκη, μένοντας στο ισχυρό της μέρος, και παραβλέποντας επιεικώς άστοχες και προβληματικές εκτιμήσεις, του τύπου «η ευθύνη για το εμφυλιοπολεμικό κλίμα στην πολιτική σκηνή βαραίνει στον πολύ μεγαλύτερο βαθμό το ‘αντιμνημονιακό’ μέτωπο»: Προτείνοντας ένα αντιφασιστικό μέτωπο, ο Σαμπατακάκης αποφεύγει να ασχοληθεί με τον εκφασισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα. Προτιμά δηλαδή να μένει στην κορυφή του παγόβουνου –τη δράση της Χρυσής Αυγής–, και αρνείται πεισματικά να καταπιαστεί με πράξεις και παραλείψεις της υπαρκτής δημοκρατίας, χάρη στις οποίες η Χρυσή Αυγή ολοκληρώνει και εκπροσωπεί, σήμερα, τάσεις που προϋπάρχουν και εξαπλώνονται μέσα στο κράτος και τους θεσμούς.
Δεν διαφωνούμε στα αυτονόητα: η πολιτική και ο πολιτισμός του ναζισμού είναι δεκάδες φορές πιο απεχθείς από την πιο συρρικνωμένη και πιο αυταρχική αστική δημοκρατία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είναι λανθασμένη, ενίοτε πολιτικάντικη και ενίοτε επικίνδυνη, εκείνη η τάση στο δημόσιο διάλογο που βλέπει στην Αθήνα του 2012 μια νέα Βαϊμάρη –άρα και το φασισμό προ των πυλών.
Λανθασμένη, γιατί διαβάζει αντεστραμμένα και επιλεκτικά τη συγκυρία που επέτρεψε όσα συνέβησαν τότε, αγνοεί λοιπόν την ιδιαιτερότητά της, αλλά και το γεγονός ότι σήμερα, η διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας σε συνθήκες κρίσης περνά από πολύ περισσότερα σενάρια, όχι δηλαδή υποχρεωτικά από το φασιστικό. Το είδος της δημοκρατίας μετά τον ελληνικό Εμφύλιο και η στήριξη της ΕΚΟΦ από το υπουργείο Προεδρίας, η αποδεδειγμένη εργαλειοποίηση των νεοφασιστικών οργανώσεων από το ιταλικό κράτος στη δεκαετία του ’70 και οι έκτακτες νομοθεσίες**, αλλά και η «συμπληρωματικότητα» δεξιάς και νεοφασισμού σε χώρες όπως η Ουγγαρία στις μέρες μας, μας υποχρεώνουν να είμαστε πιο υποψιασμένοι όταν αναφερόμαστε στους κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα η υπαρκτή δημοκρατία στην Ευρώπη.
Πολιτικάντικη, γιατί ακόμα κι αν οι εκπρόσωποι της τάσης αυτής ορκίζονται σε αξίες υψηλότερες των κομματικών ή κρατικών σκοπιμοτήτων, διυλίζουν τον κώνωπα του «λαϊκισμού» και καταπίνουν την κάμηλο του κρατικού αυταρχισμού. Επισύροντας, για παράδειγμα, την απειλή του εμφυλίου, ξεχνούν τη «λεπτομέρεια» ότι σε κάθε εμφύλιο η μια πλευρά είναι η κρατική, σε κάθε περίπτωση δε, αξιώνουν ουσιαστικά από την Αριστερά να πάψει να είναι Αριστερά αν όντως επιδιώκει την κοινωνική ειρήνη: σε τελική ανάλυση, δηλαδή, να γίνουμε «όλοι ίδιοι». Σε ακραίες –πλην όχι σπάνιες– περιπτώσεις, η «λογική» αυτή φτάνει να θεωρεί θερμοκοιτίδα της ακροδεξιάς ακόμα και την εναντίωση στο μνημόνιο, ξεχνώντας κι εδώ τη «λεπτομέρεια» της συγκυβέρνησης με τον Καρατζαφέρη, και ενοχοποιώντας (ως προ-φασιστικά…) κινήματα διεθνούς εμβέλειας, όπως των «Αγανακτισμένων» - μολονότι  τα κινήματα αυτά έχουν καταγγελθεί από τους φασίστες, έχουν ταυτιστεί με την επιστροφή των πολλών στην πολιτική και έχουν ενισχύσει την Αριστερά.
Επικίνδυνη, τέλος, γιατί αν τελικά γίνουμε «όλοι ίδιοι», οι νεοναζί θα εκπροσωπούν το μοναδικό είδος «λαού» -αυτό που ωστόσο θα ταυτίζεται με το κράτος- και το μοναδικό «στήριγμα των φτωχών» -προφανώς με τον ελιτίστικο, ιεραρχικό και εξουσιαστικό τρόπο των πλουσίων.
Η εναντίωση λοιπόν στους νοσταλγούς του Χίτλερ και της Χούντας, τους κυνηγούς λαθρονηπίων, τους λογοκριτές και τους μαχαιροβγάλτες, όντως δεν προϋποθέτει συμφωνία για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική. Ας αναρωτηθούμε, ωστόσο: τι δημοκρατικό εκπροσωπεί ο αναθεωρητισμός, τι δημοκρατικό κομίζει η φιλελεύθερη δυσανεξία στη Μεταπολίτευση και τι θέλει να πει το 20% των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής που δηλώνουν ΄εργοδότες-επιχειρηματίες΄;
Ας διαφωνούμε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: Η επιβολή της μνημονιακής οικονομικής πολιτικής μοιάζει σήμερα να περνά, μεταξύ άλλων, και από το κυνήγι λαθρονηπίων (ο Σαμαράς το πρωτοεισηγήθηκε), και από τη λογοκρισία στο όνομα των εθνικών αξιών (το ΕΣΡ της συγκυβέρνησης την επέτρεψε), και από τα μαχαιρώματα αριστερών και μεταναστών (ο ακροδεξιός Δένδιας είναι που θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ υπονομευτή της δημοκρατίας, ενώ δεν έχει συλλάβει ούτε έναν από τους δράστες των δεκάδων φασιστικών επιθέσεων).
Γίνεται εν τέλει αντιφασιστικό μέτωπο με μια ΔΗΜΑΡ που εξισώνει Νομική και Παντελεήμονα, στηρίζει μια κυβέρνηση που καλύπτει βασανιστήρια και θυσιάζει τον πολιτικό στον οικονομικό της φιλελευθερισμό; Είναι δυνατό μια όντως Αριστερά να προτιμά τον εγκλεισμό μεταναστών σε στρατόπεδα, για να αποφύγει τη δολοφονία τους, ή τη Νέα Υόρκη του Ρούντολφ Τζουλιάνι, για να μην έρθει η Βαϊμάρη του Χίτλερ; Και είναι δυνατό μια όντως Αριστερά να ξεχνά ότι η «Θεωρία των Άκρων» από τη μια, και η δημοκρατία των έκτακτων νομοθετικών πράξεων από την άλλη, αφυδάτωσαν στο Μεσοπόλεμο τη δημοκρατία, διαίρεσαν τους υπερασπιστές της, και έκαναν έτσι ευκολότερη τη δουλειά των ναζί;
Πηγή: Red Notebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου