Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Αντιναζιστική μνήμη. Της Ελένης Καρασαββίδου

Είναι πάντοτε το άρρητο που έρχεται στην επιφάνεια των κειμένων, έγραψε κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Μέρες που είναι σήμερα, και καθώς η επιστροφή των νεοναζί γεφυρώνει το χρονικό χάσμα με τις ημέρες του ’40, σκεφτήκαμε να χρησιμοποιήσουμε θραύσματα λόγου προσωπικής μνήμης, τις τόσο πολύτιμες μαρτυρίες δηλαδή. Μπορεί η προσωπική μνήμη να έχει μια  «τοπικότητα», αλλά υπερασπιζόμενη την αλήθεια της λειτουργεί διασταλτικά σε σχέση με την συμπαντικότητα της εμπειρίας (βλ. Lesky, A. 1985).

  Η συνάντηση με το παρελθόν, με τη Μνήμη, φέρνει στην επιφάνεια αυτό το άρρητο που τόσο κόπο έκαναν οι –διαχεόμενες σε όλους τους χώρους-επίσημες (πολιτικές, καλλιτεχνικές και επιστημονικές) ρητορικές για να το μεταποιήσουν, να το «εκσυγχρονίσουν», να το ακυρώσουν, να το εξαφανίσουν μέσα από ρετουσαρισμένες λέξεις και μνήμες. Η κυριότερη ίσως παιδευτική (κι άρα πολιτική) λειτουργία της  Μνήμη όμως είναι ο Πόνος. Ο πόνος αυτός δεν έρχεται με ένα πρόσωπο, ούτε επιτελεί έναν «σκοπό». Επηρεάζεται άμεσα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο η ανάμνηση διαμορφώνεται. Καμιά μετάβαση, άλλωστε όπως επισημαίνει ο Lucats στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας (1971, Ανθογαλίδου, Θ. 2001) στο υλικό πεδίο της κοινωνίας, δεν περνά δίχως να εγγραφεί στο ιδεολογικό και στο συμβολικό. Όπως και καμιά μετάβαση στο βαθύ προσωπικό δεν περνά δίχως να εγγραφεί στη συλλογική μας μνήμη και ιστορία. Δυο (από τις πολλές) προσωπικές μαρτυρίες λοιπόν, μία από την δράση των πατεράδων των Χρυσαυγιτών, και μια από την δράση των συντρόφων τους στην σημερινή Ευρώπη εναντίον ελλήνων μεταναστών, πολλοί από τους οποίους είναι τόσο σκούροι όσο και βουλευτές της χρυσής αυγής: Από το Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμένης Σμύρνης της συγκλονιστικής ρεμπέτισσας Αγγέλας Παπάζογλου (σε έκδοση του γιου της Γιώργη) στη σελ. 548: «Και σηκωνούμαστε μάτια μου ένα πρωί κι ήμαστε κι εμείς μπλοκαρισμένοι. Δηλαδή τόπιαμε μέχρι τον πάτο όλο το δηλητήριο της σκλαβιάς. Τι δηλητήριο….Ήπιαμε αναμμένα κάρβουνα … Μασήσαμε την ίδια την φωτιά….την κατάπιαμε….(σελ. 549) Οι Τούρκοι, όσο Τούρκοι και νατανε, δεν ήτανε τόσο πολύ σαν τους τσολιάδες φωτιά… λυσσασμένοι… Αφού να φανταστείς τι λυσσασμό είχανε, που μας μιλούσανε απ’ τα χωνιά και λέγανε: «Πούστηδεεεεες…. Πουτάνεεεες….. Στείλτε τα παιδιά σας να τα γαμήσομε…. Στείλτε τα σε μας… Όποιος δε βγει από μέσα σε τρία λεπτά, θα μπούμε μέσα και θα τον εκτελέσουμε επί τόπου. Από δεκατεσσάρω χρονώ μέχρι εξήντα, να βγούνε όλοι οι πούστηδες έξω… Οι πουτάνες οι μανάδες κι οι γυναίκες τους κι οι αδερφές τους να μας τους φέρουνε… Εμπρός καθάρματα… γρήγορα…..»
Ο Θεός να μην το δώκει σ’ άνθρωπο ν’ ακούει από τσι Ράλληδες αυτές τσι τσολιαδίστικες φωνές… Άμα τα’ ακούσεις, απ’ την αηδία τση προδοσίας, νομίζεις πως κιτρινίζει το αίμα σου… Ξυράφια – ξυράφια τ’ανιώνεις μέσα σου… Ήτανε χειρότερες αυτές οι τσολιαδίστικες οι φωνές από σεισμό δέκα ρίχτερ… Παράθυρα..πόρτες…. ντουβάρια… Η γη όλη ηκουνήθηκε… Δε μπορούσες να σταθείς πουθενά… Απ’ τ’ αυτιά σου  έμπαινε ο θάνατος μέσα σου κι έβγαινε απ τα νύχια των ποδιών σου… Η ανατριχίλα έμπαινε σα αέρας μέσα σου και σε φούσκωνε… και σε φούσκωνε… και σε φούσκωνε και δεν άντεχες άλλο…. Έτσι το κανονίσανε η σωτηρία σου νάναι στην αγκαλιά τους στον τάφο…
…’Υστερα πήρα τη Ζωή και πήγαμε στο νεκροταφείο να δούμε, και τα’ είχανε θάψει σ’ ότι μπαίνεις αριστερά σε ομαδικούς τάφους. Μον’ τα πόδια τους είχανε αφήσει απόξω. Τα’ είχανε θαμμένους με το κεφάλι… φυτεμένους… ποιος ξέρει.. μη τυχόν και ζήσει κανένας, να σκάσει… Κι ήτανε όλα τα πόδια με τσι κάρτσες έξω… Ήτανε ντροπή ξεκάρτσωτος… Κι ηγνώριζες τσι κάρτσες τ’ ανθρώπου σου, και τονε μνημόνευες εκειδά, κι ήπεφτες απάνω και θρηνούσες, κι ηκαταριόσουνα κι ησπάραζες….
Από το Σε Ξένες Γειτονιές της Αλ. Πασχαλίδου που περιγράφει την Σουηδική εμπειρία της γνωστής δημοσιογράφου, όταν μια παρέα νεαρών μεταναστών βγαίνει από το γκέτο κι αποφασίζει να επισκεφθεί το κέντρο της Σουηδικής πρωτεύουσας, τις «καλές συνοικίες», και να επισκεφθεί μία καφετερία,  συμβαίνει ένα «οριακό» γεγονός: (Σελ. 197) Από το παράθυρο είδαμε πως ήταν γεμάτο. Ο Περικλής όμως μας είπε ότι υπήρχαν τραπεζάκια και στο υπόγειο.  Ο Τζώρτζης κι εγώ μπήκαμε να δούμε. Προχωρούσα μπροστά... Στα τέσσερα σκαλοπάτια πάγωσα. Μπροστά μου είδα τριάντα ξυρισμένα κεφάλια να με καρφώνουν με παγερά βλέμματα…
Στον τοίχο είχαν κρεμάσει... μια μεγάλη μαύρη σβάστικα.... Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν. Ξαφνικά βρέθηκα νοερά σε μια ιστορική σκηνή στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Η εικόνα του παππού μου ξαναζωντάνεψε. Ήταν ένας από τους καπετάνιους της Εθνικής Αντίστασης. Τώρα έβλεπα μπροστά μου τους ναζί να πυροβολούν τον παππού μου. Το ουρλιαχτό του Τζώρτζη με ξύπνησε: «Πάμε να φύγουμε! Έλα, τρέξε!»  
...Με την καρδιά μας να κοντεύει να σπάσει, προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε στους φίλους μας... αλλά πριν προλάβουμε να συνέλθουμε, ακούσαμε φασαρία στην πόρτα... Ύστερα το μόνο που θυμάμαι είναι ότι τρέχαμε να σωθούμε. Δέκα μικροί μαυροκέφαλοι έτρεχαν να γλυτώσουν από τη μανία τριάντα τρελών νεοναζί, που τους ακολουθούσαν ουρλιάζοντας στο φθινοπωρινό σκοτάδι «Χάιλ».
Τώρα λοιπόν που ο  Μιχαλολιάκος εκμεταλλεύεται την ασυδοσία όσων βιάζουν δεκαετίες την δημοκρατία όχι για να βοηθήσει μα για να καβαλήσει κι αυτός την βιασμένη, και χαιρετώντας φασιστικά λέει στις 19/10 «αυτά τα χέρια μπορεί να χαιρετούν «έτσι» πότε-πότε αλλά είναι χέρια καθαρά» (λες και δεν έβαλε την σύζυγο του σε εκλόγιμη θέση για να ’χει δυο μισθούς στο σπίτι, λες και δεν έχουν το γνωστό ροζ ξενοδοχείο, λες κι οι ιδεολογικοί τους –μόνο;- πρόγονοι δεν πλούτισαν από τα «γιάγματα» της κατοχής εναντίον Εβραίων κι αριστερών που περιγράφει σπαρακτικά ο Ιωάννου) να θυμίσουμε ότι τέτοια χέρια –άρρητα- μπορούν να είναι μόνο βρώμικα. Αβάσταχτα βρώμικα…   
Αξίζει λοιπόν να αναδείξουμε (και) την αδιαμεσολάβητη από το λογοτεχνικό φίλτρο γραφή γιατί η μνήμη -«μνησιπήμων»- βαδίζει κατά πάνω μας φορτωμένη με πολιτική σημασία. Όπως έχει γραφτεί: «Τα γεγονότα, τα περιστατικά, οι εμπειρίες υπάρχουν βέβαια, είναι όμως εφήμερα και παροδικά. Για να «υπάρξουν» πραγματικά χρειάζεται η καταγραφή τους. Μόνο η γραφή δίνει στα γεγονότα ιστορική διάσταση και προοπτική… Οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι ιστορίες όχι.»
ΥΓ Αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου