Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Η αποφατική σημαντική του προσώπου

Χρή­στου Γι­αν­να­ράς

Με τη λέ­ξη πρό­σω­πο προσ­δι­ο­ρί­ζου­με μι­α υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Το πρό­σω­πο υ­πο­στα­σι­ά­ζει (συ­γκρο­τεί σε υ­πό­στα­ση, σε συ­γκε­κρι­μέ­νο υ­παρ­κτι­κά γε­γο­νός) έ­ναν τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως.
Την έκ­φρα­ση τρό­πος της υ­πάρ­ξε­ως την χρη­σι­μο­ποι­ού­με γι­α να ε­πι­ση­μά­νου­με ό­χι μό­νο την υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα του προ­σώ­που, αλλά και την υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα της φύ­σης. Ο­νο­μά­ζου­με φύ­ση την υ­παρ­κτι­κή ο­μο­εί­δει­α, τον κοι­νό τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως ο­μο­ει­δών υ­πο­στά­σε­ων.
Δι­α­κρί­νου­με τον τρό­πο της υ­πάρ­ξε­ως με α­να­φο­ρά σε υ­παρ­κτι­κές δυ­να­τό­τη­τες - ε­νέρ­γει­ες πού τον κα­θο­ρί­ζουν. Μι­λά­με γι­α την ο­μο­εί­δει­α μι­ας συ­γκε­κρι­μέ­νης φύ­σης ή ου­σί­ας α­να­φε­ρό­με­νοι σε κοι­νές δυ­να­τό­τη­τες - ε­νέρ­γει­ες των υ­πο­στά­σε­ων αυ­τής της φύ­σης, ό­πως και στον κοι­νό τρό­πο εκ­φο­ράς ή πρα­γμά­τω­σης αυ­τών των ε­νερ­γει­ών.

Στην πε­ρί­πτω­ση των προ­σω­πι­κών υ­πάρ­ξε­ων ε­πι­ση­μαί­νου­με την ομο­εί­δει­α κοι­νών φυ­σι­κών ε­νερ­γει­ών, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τη δυ­να­μι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του τρό­που εκ­φο­ράς ή πρα­γμά­τω­σης αυ­τών των κοι­νών ε­νερ­γει­ών. Κα­τα­νο­ού­με την υ­παρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του προ­σώ­που ως ε­λευ­θε­ρί­α α­πό τον κοι­νό και α­δι­α­φο­ρο­ποί­η­το τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως της φύ­σης. Η υπαρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του προ­σώ­που εί­ναι και προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη α­πό τη φύ­ση (βι­ο­λο­γι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του DNA, μορ­φο­λο­γι­κή και χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κή ε­τε­ρό­τη­τα), αλ­λά και δυ­να­τό­τη­τα α­πο­δέ­σμευ­σης α­πό τις α­να­γκαι­ό­τη­τες που ε­πι­βάλ­λει ως υ­παρ­κτι­κό γε­γο­νός η ο­μο­εί­δει­α της φύ­σης.
Η υ­παρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του αν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που βι­ώ­νε­ται μέ­σω των ψυ­χι­κών ε­νερ­γει­ών της κοι­νής φύ­σης ως μο­να­δι­κή, α­νό­μοι­α και ανε­πα­νά­λη­πτη ταυ­τό­τη­τα του κά­θε προ­σώ­που. Βι­ώ­νε­ται τό­σο ως αυ­το­συ­νει­δη­σί­α ε­τε­ρό­τη­τας, ως υ­πο­κει­με­νι­κή αυ­τε­πί­γνω­ση, ό­σο και ως εμπει­ρί­α λο­γι­κής ή δη­μι­ουρ­γι­κής ε­τε­ρό­τη­τας, μο­να­δι­κό­τη­τας λό­γου ενδι­ά­θε­του ή ε­κτός (με έ­ξω­θεν μέ­σα) εκ­φρα­σμέ­νου. Η φι­λο­σο­φι­κή σημα­ντι­κή ή γλώσ­σα των πα­ρα­πά­νω δι­α­τυ­πώ­σε­ων μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει ως βά­ση γι­α μι­α ικα­νο­ποι­η­τι­κή α­νά­λυ­ση και πε­ρι­γρα­φή του προ­σω­πι­κού τρό­που υ­πάρ­ξε­ως του αν­θρώ­που. Γεν­νι­ώ­νται ό­μως ση­μα­ντι­κό­τα­τα προ­βλή­μα­τα ση­μα­ντι­κής ή γλώσ­σας, μό­λις τολ­μή­σου­με να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την ί­δι­α αυ­τή εκ­φρα­στι­κή και στον χώ­ρο της εκ­κ­λη­σι­α­στι­κής εμπει­ρί­ας.
Η νό­η­ση και η γλώσ­σα εί­ναι ε­νέρ­γει­ες -δυ­να­τό­τη­τες της κτι­στής ανθρώ­πι­νης φύ­σης- πε­ρι­ο­ρί­ζο­νται α­να­πό­φευ­κτα στις γνω­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες και ε­μπει­ρι­κές προϋ­πο­θέ­σεις του κτι­στού αν­θρώ­που. Βέ­βαι­α, μπορού­με νο­η­τι­κά να συλ­λά­βου­με καί να εκ­φρά­σου­με γλωσ­σι­κά την αντι­θε­τι­κή υ­πέρ­τα­ση ή την α­να­γω­γή στο α­πό­λυ­το των ε­μπει­ρι­ών μας από την κτι­στή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Μι­λά­με γι­α το ά­κτι­στο, το ά­χρο­νο, το α­δι­ά­στα­το, το ά­πει­ρο, μι­λά­με γι­α πα­ντο­δυ­να­μί­α, παν­σο­φί­α, α­θα­να­σί­α. Αλ­λά μας εί­ναι α­δύ­να­το να προ­σεγ­γί­σου­με ε­μπει­ρι­κά ο­ποι­ο­δή­πο­τε υπαρ­κτι­κό εν­δε­χό­με­νο έ­ξω α­πό τον χρό­νο, το χώ­ρο, τη μορ­φή. Ας σταθού­με σε έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δει­γμα: Ή εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α βεβαι­ώ­νει ό­τι η προ­σω­πι­κή ύ­παρ­ξη του αν­θρώ­που δεν τε­λει­ώ­νει με τον θά­να­το. Ό θά­να­τος α­φα­νί­ζει τη φύ­ση, δη­λα­δή τις ε­νέρ­γει­ες της α­το­μι­κής φύ­σης, αλ­λά δεν α­φα­νί­ζει την υ­πό­στα­ση του προ­σώ­που.
Τι ό­μως υ­πο­στα­σι­ά­ζει το πρό­σω­πο ό­ταν α­ναι­ρε­θούν οι υ­παρ­κτι­κές ενέρ­γει­ες της φύ­σης; Πώς να συλ­λά­βου­με και πώς να ση­μά­νου­με μι­αν ύπαρ­ξη δί­χως φύ­ση; Ό ά­γι­ος Α­να­στά­σι­ος ο Σι­ναϊ­της εί­ναι ί­σως ο μό­νος εκ­κ­λη­σι­α­στι­κός συγ­γ­ρα­φέ­ας πού δι­α­τυ­πώ­νει α­πε­ρί­φρα­στα το πρό­βλη­μα: στην κα­τά­στα­ση του θα­νά­του, λέ­ει, «η ψυ­χή (λέ­ξη συ­νώ­νυ­μη στην εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή γραμ­μα­τεί­α με το πρό­σω­πο ή την υ­πό­στα­ση) οὐκ ἔ­τι δύ­να­ται ἐ­νερ­γεῖν , ὡς ἐ­νερ­γεῖ δι­ὰ τῶν μο­ρί­ων τοῦ σώ­μα­τος. Οὐ λα­λεῖν, οὐ μι­μνή­σκε­σθαι, οὐ δι­α­κρί­νειν, οὐκ ἐ­πι­θυ­μεῖν, οὐ λο­γί­ζε­σθαι, οὐ θυ­μοῦ­σθαι, οὐ κα­θο­ρᾶν, ἀλ­λ’ ἐν συ­νοί­ᾳ τι­νὶ κα­θ’ ἑ­αυ­τὴν ὑ­πάρ­χει» (Ο­δη­γός, Ε­ρωτ. Π­θ' ).
Ε­δώ οι νο­η­τι­κές μας προσ­λαμ­βά­νου­σες και ή γλωσ­σι­κή μας ση­μα­ντι­κή φτά­νουν σε α­δι­έ­ξο­δο. Α­κό­μα και τις τε­λι­κές δι­α­τυ­πώ­σεις του Α­να­στα­σί­ου Σι­ναί­τη α­δυ­να­τού­με να τις πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με: Τι ση­μαί­νει μί­α ύ­παρ­ξη «ἐν συ­νοί­ᾳ τι­νὶ κα­θ’ ἑ­αυ­τὴν;». Πώς ε­νερ­γεί­ται ή ύ­παρ­ξη δί­χως υ­παρ­κτι­κές ε­νέρ­γει­ες, τι υ­πο­στα­σι­ά­ζει η υ­πό­στα­ση αν ό­χι τη φύ­ση, το υπαρ­κτι­κά γε­γο­νός των φυ­σι­κών ε­νερ­γει­ών; «Πῶς, ἐ­κτὸς τοῦ ἐν ὦ τὸ εἶ­ναι ἐ­κο­μί­σα­το, συ­νί­στα­σθαι πέ­φυ­κε;» γι­α να ε­πα­να­λά­βου­με το ερώ­τη­μα του Ι­ωάν­νη της Κλί­μα­κος.
Δεν έ­χου­με τρό­πο να κα­τα­νο­ή­σου­με το πρό­σω­πο δί­χως τις φυ­σι­κές ι­κα­νό­τη­τες της νό­η­σης, του λό­γου, της κρί­σης, της φα­ντα­σί­ας, της θέ­λη­σης, να το συλ­λά­βου­με αν-ει­δο, α­ναί­σθη­το ά­λο­γο, α­δι­ά­στα­το, ά­χρο­νο. Και η α­δυ­να­μί­α της νο­η­τι­κής μας εμ­βέ­λει­ας και της γλωσ­σι­κής μας σημα­ντι­κής μοι­ά­ζει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά α­νυ­πέρ­βλη­τη, ό­ταν η εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α χρη­σι­μο­ποι­εί τις λέ­ξεις πρό­σω­πο και υ­πό­στα­ση στην πε­ρί­πτω­ση του τρό­που της θεί­ας Υ­πάρ­ξε­ως. Έ­χει η Εκ­κ­λη­σί­α την ι­στο­ρι­κή εμπει­ρί­α τρι­ών θεί­ων Προ­σώ­πων ή Υ­πο­στά­σε­ων. Μας βε­βαι­ώ­νει ό­τι ο α­ρι­θμός τρί­α κα­τα­χρη­στι­κώς χρη­σι­μο­ποι­εί­ται, γι­α­τί στην πε­ρί­πτω­ση του θε­ού δεν α­ρι­θμού­νται μο­νά­δες πού δι­αι­ρούν και τε­μα­χί­ζουν την ε­νό­τη­τα της θεί­ας Ύ­παρ­ξης και ζω­ής. Κα­τα­χρη­στι­κή εί­ναι και η κα­τα­φυ­γή στη λέ­ξη φύ­ση ή ου­σί­α προ­κει­μέ­νου πε­ρί του θε­ού, α­φού ή ά­κτι­στη πρα­γμα­τι­κό­τη­τά του υ­πέρ­κει­ται των α­να­γκαι­ο­τή­των πού ε­πι­βάλ­λει κά­θε ο­ρι­σμός. Μό­νο η χρή­ση της λέ­ξης Πρό­σω­πο μοι­ά­ζει να μην εί­ναι κα­τα­χρη­στι­κή στην εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή γλώσ­σα. Δεν βρί­σκου­με κα­μι­ά δι­α­τύ­πω­ση του τύ­που «υ­πέρ-προ­σω­πι­κό Πρό­σω­πο», ό­πως συ­να­ντά­με συ­χνά την έκφρα­ση «υ­πε­ρού­σι­ος Ου­σί­α».
Έ­νας ρι­ζο­σπα­στι­κός α­πο­φα­τι­σμός θα στα­μα­τού­σε τη θε­ο­λο­γί­α (και τη με­τά-φυ­σι­κή αν­θρω­πο­λο­γί­α) στα ό­ρι­α πού κά­ποι­α στι­γμή θέ­τει ο Από­στο­λος Παύ­λος στη γλωσ­σι­κή ση­μα­ντι­κή: Η α­να­φο­ρά μας εί­ναι σε «ἃ ὀ­φθαλ­μὸς οὐκ εἶ­δε, καὶ οὖς οὐκ ἤ­κου­σε, καὶ ἐ­πὶ καρ­δί­αν ἀνθρώ­που οὐκ ἀ­νέ­βη», σε «ἄρ­ρη­τα ρή­μα­τα, ἃ οὐκ ἐ­ξὸν ἀν­θρώ­πῳ λα­λῆ­σαι» ( 1 Κορ. 2,9 -2 Κορ. 12,4).
Ό­μως ο ί­δι­ος ο Παύ­λος προ­χω­ρά­ει πέ­ρα α­πό την πι­στο­ποί­η­ση του ασύλ­λη­πτου και άρ­ρη­του, στην α­πο­κά­λυ­ψη που μας χα­ρί­στη­κε α­πό τον Θε­ό. Θα χρει­α­ζό­ταν μί­α α­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεί­α των στί­χων 6-16 του 2ου κεφ. της 1 Κορ. αλ­λά ο χρό­νος ε­δώ σή­με­ρα δεν την ε­πι­τρέ­πει. Ας κα­τα­φύ­γου­με μό­νο σε μί­α δεύ­τε­ρη καί­ρι­α συ­νει­σφο­ρά του Παύ­λου στο πρόβλη­μα της ση­μα­ντι­κής του αρ­ρή­του. Στους γνω­στούς πρώ­τους δε­κα­τρείς στί­χους του 13ου κεφ. της 1 Κορ.
Ε­κεί βρί­σκου­με να κα­θο­ρί­ζε­ται α­κρι­βώς ποι­ες δυ­να­τό­τη­τες ή προϋ­πο­θέ­σεις του κτι­στού κα­ταρ­γού­νται με την εί­σο­δο στον τρό­πο του α­κτί­στου, και ποι­ες ό­χι. «Εἴ­τε δὲ προ­φη­τεῖ­αι, κα­ταρ­γη­θή­σο­νται» - ευ­νό­η­το, α­φού ο χρό­νος (ό­πως και ο χώ­ρος) εί­ναι μό­νο συ­νάρ­τη­ση της πα­ρου­σί­ας της ύ­λης (το βε­βαι­ώ­νει σή­με­ρα και η κ­βα­ντο­μη­χα­νι­κή) και δεν υπάρ­χει μέλ­λον γι­α να λει­τουρ­γή­σει η προ­φη­τι­κή του πρό­βλε­ψη. «Εἴ­τε γλώσ­σαις παύ­σο­νται, εἴ­τε γνῶ­σις, κα­ταρ­γη­θή­σε­ται». Ε­δώ πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μί­α προ­σθή­κη πού προ­ω­θεί έμ­με­σα και υ­παι­νι­κτι­κά τον ο­ντο­λο­γι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό μας: θα κα­ταρ­γη­θεί «τὸ ἐκ μέ­ρους» της γνώ­σε­ως γι­α να πρα­γμα­τω­θεί «τὸ τέ­λει­ον». Η δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στο «ἐκ μέρους» και στο «τέ­λει­ον» ο­ρί­ζε­ται α­πό τον Παύ­λο α­να­λο­γι­κά με πα­ρά­δει­γμα της ε­μπει­ρί­ας του κτι­στού. Δεν εί­ναι δι­α­φο­ρά πο­σού πλη­ρο­φο­ρι­ών, αλ­λά δι­α­φο­ρά ω­ρι­μό­τη­τας και υ­παρ­κτι­κής ο­λο­κλή­ρω­σης: «Ὅ­τε ἤμην νή­πι­ος, ὡς νή­πι­ος ἐ­λά­λουν, ὡς νή­πι­ος ἐ­φρό­νουν, ὡς νή­πι­ος ἐλο­γι­ζό­μην. Ὅ­τε δὲ γέ­γο­να ἀ­νήρ, κα­τήρ­γη­σα τὰ τοῦ νη­πί­ου». Η είσο­δος στον τρό­πο του α­κτί­στου εί­ναι μί­α ε­νη­λι­κί­ω­ση α­ντί­στοι­χη με αυ­τήν που ού­τε να την δι­α­νο­η­θεί ού­τε να την βι­ώ­σει ε­μπει­ρι­κά μπο­ρεί το νή­πι­ο.
«Αἱ γλῶσ­σαι παύ­σο­νται» - νο­ή­μα­τα και ση­μα­ντι­κή των νο­η­μά­των εί­ναι έμ­με­σος τρό­πος γνώ­σης του πρα­γμα­τι­κού και υ­παρ­κτού, «ὡς δι­' ἐσό­πτρου ἐν αἰ­νί­γμα­τι. Τό­τε το έμ­με­σο της γνώ­σης θα αρ­θεί. Το «τέλει­ον» ση­μαί­νει πλη­ρω­μα­τι­κή α­με­σό­τη­τα «πρό­σω­πον πρὸς πρόσω­πον». Η λέ­ξη πρό­σω­πο σώ­ζε­ται και πα­ρα­πέ­μπει ό­χι πι­α σε α­πο­σπα­σμα­τι­κή γνώ­ση, αλ­λά στη βι­ω­μα­τι­κή ελ­πί­δα του ση­μαι­νό­με­νου. Τότε θα γνω­ρί­σω, με τον τρό­πο που με έ­χει γνω­ρί­σει ό κα­λέ­σας με «ἐκ τοῦ μὴ ὄ­ντος εἰς τὸ εἶ­ναι»-«ἐ­πι­γνώ­σο­μαι καὶ ἐ­πε­γνώ­σθην». Οι ό­ροι λει­τουρ­γί­ας της γνώ­σης α­ντι­στρέ­φο­νται: γνω­ρί­ζει κα­νείς ε­πει­δή έ­χει γνω­σθεί α­πό τον γι­γνω­σκό­με­νο. «Γνό­ντες Θε­όν, μᾶλ­λον δὲ γνω­σθέ­ντες ὑ­πὸ Θε­οῦ» (Γαλ. 4,3). Σί­γου­ρα η ση­μα­ντι­κή των λέ­ξε­ων α­πη­χεί­ την ε­μπει­ρί­α του κτι­στού, γι­' αυ­τό και «αἱ γλῶσ­σαι παύ­σο­νται». Ό­μως λέ­ξεις ό­πως το πρό­σω­πο, η γνώ­ση, το τέ­λει­ον, η α­γά­πη, κο­μί­ζουν γι­α την εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α τη βι­ω­μα­τι­κή δυ­να­μι­κή της ελ­πί­δας.
Ο α­πο­φα­τι­σμός της εκ­κ­λη­σι­α­στι­κής ση­μα­ντι­κής δεν εί­ναι α­πλώς μί­α γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κή μέ­θο­δος, αρ­χή της σχε­τι­κό­τη­τας, της α­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας ή της δι­α­ψευ­σι­μό­τη­τας. Εί­ναι έ­να ρε­α­λι­στι­κό (ό­χι ψυ­χο­λο­γι­κό) ε­μπει­ρι­κό γε­γο­νός ο α­πο­φα­τι­σμός, εί­ναι η βί­ω­ση της ελ­πί­δας. «Νυ­νὶ δὲ μέ­νει πί­στις­, ἐλ­πίς, ἀ­γά­πη, τὰ τρί­α ταῦ­τα. Μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀ­γά­πη».
Γι­α­τί «μεί­ζων» η α­γά­πη; Ί­σως γι­α­τί δί­νει α­με­σό­τε­ρο ο­ντο­λο­γι­κό περι­ε­χό­με­νο στην ελ­πί­δα. Αν η α­γά­πη δι­α­σώ­ζε­ται στον τρό­πο του α­κτί­στου, τό­τε δι­α­σώ­ζε­ται ό,τι στη γλώσ­σα του κτι­στού σπερ­μα­τι­κά ο­νο­μάζου­με σχέ­ση. Αν δι­α­σώ­ζε­ται η σχέ­ση, σώ­ζε­ται και η ε­τε­ρό­τη­τα-ταυτό­τη­τα κά­θε ό­ρου της σχέ­σης. Ε­νερ­γεί­ται ε­πο­μέ­νως κά­ποι­α μορ­φή αυ­το­συ­νει­δη­σί­ας, κά­ποι­α μορ­φή νό­η­σης, κά­ποι­α μορ­φή λο­γι­κής α­να­φο­ρι­κό­τη­τας της ύ­παρ­ξης, μορ­φή λό­γου κοι­νω­νί­ας, προ­σω­πι­κής θέ­λη­σης.
Με ποι­ες φυ­σι­κές ε­νέρ­γει­ες ε­νερ­γεί­ται η αυ­τε­πί­γνω­ση της προ­σω­πι­κής ταυ­τό­τη­τας, η λο­γι­κή α­να­φο­ρι­κό­τη­τα της σχέ­σης, η ζω­τι­κή κοι­νω­νί­α της α­γά­πης; Ποι­α ο­ντο­λο­γι­κά ε­ρεί­σμα­τα έ­χει η ελ­πί­δα της Εκ­κ­λη­σί­ας;
Ο χρό­νος της ει­σή­γη­σής μου έ­χει τε­λει­ώ­σει, γι­' αυ­τό και θα πε­ρι­ο­ρι­στώ σε ε­πι­γραμ­μα­τι­κές εν­δεί­ξεις. Έ­να πο­λύ­τι­μο α­πό­σπα­σμα α­πό τα Κε­φά­λαι­α Θε­ο­λο­γι­κὰ του α­γί­ου Μα­ξί­μου του Ο­μο­λο­γη­τού (ΡG 90, 1312 C) μας ε­πι­τρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με το ο­ντο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο της φράσης του Α­πο­στό­λου Πέ­τρου: «ἵ­να γέ­νη­σθε θεί­ας κοι­νω­νοὶ φύσε­ως» (2 Πέ­τρ. 1,4). Με την α­πό­σβε­ση και τον α­φα­νι­σμό των κτιστών ε­νερ­γει­ών της φύ­σης του με τον θά­να­το, η υ­πό­στα­ση του ανθρώ­που υ­πο­στα­σι­ά­ζει την υ­παρ­κτι­κή δυ­να­μι­κή της ι­δρυ­τι­κής της κλή­σης: τις χα­ρι­ζό­με­νες (προ­σφε­ρό­με­νες ως χά­ρη) ά­κτι­στες ε­νέρ­γει­ες της θεί­ας ζω­ής. Αυ­τό εί­ναι το ο­ντο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο της θέ­ω­σης στην ο­ποί­α, ελ­πί­ζει ή Εκ­κ­λη­σί­α, η αι­τί­α της χα­ράς αυ­τών ι­δι­αί­τε­ρα των η­με­ρών α­νά­με­σα στην Γι­ορ­τή της Α­νά­στα­σης του Χρι­στού και στη Γιορ­τή της Πε­ντη­κο­στής. Ο Ερ­χό­με­νος Πα­ρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα της αλη­θεί­ας, ζω­ή και ζω­ο­ποι­ούν, Θε­ός και θε­ο­ποι­ούν, εί­ναι το μελ­λο­ντι­κό μας σώ­μα. Ε­πα­να­λαμ­βά­νω: Ο Πα­ρά­κλη­τος εί­ναι το μελ­λο­ντι­κό μας σώ­μα «Ἵ­να ᾖ ὁ Θε­ὸς τὰ πά­ντα ἐν πᾶ­σι».

πηγή:  "ΙΝΔΙΚΤΟΣ",

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου