Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

ΡΙΖΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ




Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

ΡΙΖΙΚEΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ένα από τα αντιδημοκρατικά επιχειρήματα υποστηρίζει ότι η (άμεση) δημοκρατία, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες των μεγάλων χωρών και ως εκ τούτου η μόνη δυνατότητα είναι η μεταρρύθμιση του υπάρχοντος αντιπροσωπευτικού συστήματος με σκοπό τη βελτίωσή του και την καλύτερη λειτουργία του. Προτείνονται προς τούτο διάφορα μέτρα, όπως: εκδημοκρατισμός των κομμάτων, γνησιώτερη αντιπροσώπευση, αναλογικό εκλογικό σύστημα, ηθικοποίηση της εξουσίας, πάταξη της διαφθοράς, παροχή ποιοτικής δημόσιας εκπαίδευσης, έλεγχος των ΜΜΕ, έλεγχος των αγορών, των τραπεζών και άλλα συναφή.
Όλα αυτά όμως είναι ανεπίτευκτα και αδύνατα εντός του συστήματος και από το ίδιο το σύστημα. είναι όνειρα πολιτικής νυκτός. Ένας προφανής ιστορικός και πρακτικός λόγος είναι ότι αυτές οι διακηρύξεις επαναλαβάνονται από πολύ παλιά από πολιτικούς και κόμματα, από καθεστωτικούς και συστημικούς διανοουμένους, αλλά δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε. Ο κυριώτερος όμως λόγος είναι ότι αυτά που πρέπει να εκλείψουν (λ.χ. οι διαβλητές εκλογές, τα αυταρχικά κόμματα, η διαφθορά, η πλύση εγκεφάλου από τα ΜΜΕ, ο ανεξέλεγκτος ρόλος των τραπεζών, η διαπλοκή κ.ο.κ.) είναι εγγενή συστατικά στοιχεία του κοινοβουλευτικού πλέγματος εξουσίας και ως εκ τούτου η αυτομεταρρύθμισή του είναι αδύνατη. Εάν οι εκλογές και τα κόμματα μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματα θα είχαν καταργηθεί από τις κυρίαρχες τάξεις.
Άλλωστε η οικονομική και η κοινωνική βελτίωση του κοινοβουλευτικού καπιταλισμού με σκοπό κάποια κοινωνία επιπέδου Ελβετίας, Νορβηγίας ή Δανίας (όπως με ευήθεια ή απάτη υποσχόταν ο Γ. Α. Παπανδρέου για την Ελλάδα πριν από τις εκλογές του 2009), είναι επίσης δύσκολη έως ακατόρθωτη απ’ ότι φαίνεται από την πρακτική και την ιστορία των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Ιδίως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα από το 2008, η βελτίωση αυτή καθίσταται ακόμη πιο ακατόρθωτη - κυρίως για την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει την χρεοκοπία. Επομένως το ανωτέρω επιχείρημα των υποστηρικτών του κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν έχει σταθερά στηρίγματα.
Κατά συνέπεια τίθεται το εύλογο ερώτημα που απασχόλησε και στο παρελθόν διανoουμένους και πολιτικούς ακτιβιστές: είναι δυνατή μία άλλη πολιτική δραστηριότητα εντός των ολιγαρχικών αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, με σκοπό την αλλαγή τους, προς την κατεύθυνση της (άμεσης) δημοκρατίας; Είναι, δηλαδή, δυνατή η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η επίτευξη της συμμετοχής όλων στις αποφάσεις, στη θέσπιση των νόμων, στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας; Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι καταφατική, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού (Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009). Οπότε, ως άμεσο επακόλουθο, τίθεται προς συζήτηση το εξής ζήτημα: από τη στιγμή που δεν αρκεί η θεωρητική διακήρυξη γενικών αρχών αυτονομίας και δημοκρατίας ούτε η επίκληση ιστορικών μοντέλων, χρειάζονται ασφαλώς συγκεκριμένα αιτήματα, στόχοι και αγώνες σε όλα τα επίπεδα, άρα αγώνες γνωμών, αντιλήψεων, πάλη ιδεών (αφού η περίφημη πάλη των τάξεων απουσιάζει παταγωδώς). Πώς μπορεί να γίνουν αυτά, ποια είναι τα αιτήματα, ποιες οι προτάσεις που μπορούν να αναδειχθούν προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας;
Τα αιτήματα και οι προτάσεις οπωσδήποτε παραπέμπουν σε αλλαγές, που, όπως εννοούνται εδώ, δεν αποτελούν αυτό που έχει ονομασθεί ρεφορμισμός. Ο ρεφορμισμός αρέσκεται και αρκείται στις επί μέρους μεταρρυθμίσεις που δεν επιφέρουν ριζικές αλλαγές και δεν έχουν απώτερο στόχο και όραμα τη δημοκρατία. Περιορίζεται σε νομικές μικρομεταρρυθμίσεις που δεν αμφισβητούν την ολιγαρχική κυριαρχία και ούτε επιχειρούν να αλλάξουν τις δεσπόζουσες σχέσεις εξουσίας και οικονομίας. Ρεφορμισμός σημαίνει δευτερεύουσες μεταρρυθμίσεις που δεν αλλάζουν την ουσία του ολιγαρχικού συστήματος, απλώς το εξωραΐζουν για να διατηρηθεί. Ρεφορμισμός είναι η αντίληψη που υποστηρίζει την κατάκτηση ή κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τα λεγόμενα αριστερά κόμματα και την εισαγωγή βελτιωτικών μέτρων. είναι η πίστη ότι τα κόμματα αυτά είναι ικανά να πραγματοποιήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις προς την βελτίωση της κοινωνίας. Ρεφορμισμός είναι η αντίληψη που εκχωρεί τα αιτήματα και την πραγματοποίησή τους στους ποικίλους «αντιπροσώπους (κόμματα, βουλευτές, δημάρχους, νομάρχες, περιφερειάρχες). Όταν όμως τα όνειρα, οι απόψεις και οι επιθυμίες ανατίθενται σε αυτούς, τότε εκποιούνται και παύουν να υπάρχουν. Διότι τα κόμματα προωθούν μεταρρυθμίσεις που ωφελούν κατά κανόνα, όχι τα κατώτερα στρώματα και το κοινό συμφέρον, αλλά αυτά τα ίδια, τα στελέχη τους και τους οικονομικώς ισχυρούς, συντελώντας έτσι στη διατήρηση του συστήματος.
Λόγου χάριν, ρεφορμισμός είναι η διακήρυξη για «γνησιώτερη και καλύτερη αντιπροσώπευση», ενώ η αντίληψη που υιοθετείται εδώ προβαίνει στην κατάδειξη αφ’ ενός της πολιτικής αλλοτρίωσης που επιβάλλει η αντιπροσώπευση και άρα της φενάκης της «καλύτερης αντιπροσώπευσης» και αφ’ετέρου της ανάγκης για περισσότερη συμμετοχή των ανθρώπων με την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του ρόλου των αντιπροσώπων και των κομμάτων. Άλλο παράδειγμα, η διακήρυξη του φιλελευθερισμού για την ατομική ελευθερία είναι ημιτελής, διότι λείπει η πολιτική ελευθερία, χωρίς την οποία δεν υφίσταται ούτε ουσιαστική ατομική αυτονομία. Η τελευταία είναι αδύνατη χωρίς τη συλλογική αυτονομία, είναι αδιανόητη χωρίς την αυτόνομη κοινότητα, όπως πολύ σωστά τονίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης: «Πώς μπορείς να είσαι ελεύθερος όταν πρέπει υποχρεωτικά να τηρείς τον κοινωνικό νόμο; Υπάρχει μια πρώτη συνθήκη: πρέπει να έχεις την πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχεις στη διαμόρφωση του νόμου (της θέσμισης). Μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν τηρώ τον νόμο μόνο αν μπορώ να πω πως αυτός ο νόμος είναι δικός μου – μόνο αν μου δόθηκε η πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχω στη διαμόρφωσή του και στη θέσμισή του (έστω και αν δεν υπερίσχυσαν οι δικές μου προτιμήσεις)».
Από την άλλη, οι ουσιαστικές αλλαγές συντελούν στον μετασχηματισμό, στην αλλαγή του συστήματος. Οι αλλαγές που εννοούνται εδώ δεν είναι διορθώσεις ή βελτιώσεις των «κακώς κειμένων», αλλά στοιχεία μιας σφαιρικής πολιτικής πρότασης, που έχουν προσανατολισμό την ευρεία ή συνολική θέσμιση της κοινωνίας. Συνεπώς οι αλλαγές στο υπάρχον ολιγαρχικό σύστημα δεν πρέπει να εντάσσονται στον εξωραϊσμό και στη διατήρησή του, αλλά στην προοπτική δημιουργίας ενός πλαισίου αναφοράς για μία ευρύτερη κοινωνική συσπείρωση. για τη συγκρότηση ενός κινήματος που αποβλέπει στην πραγματοποίηση αιτημάτων-προτάσεων, με σκοπό την ριζική αλλαγή του υπάρχοντος συστήματος.
Απορρίπτοντας τον ρεφορμισμό οδηγούμαστε σε αιτήματα θεσμικά, σε προτάσεις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές, που να επιφέρουν σημαντικές ριζικές αλλαγές και να έχουν σκοπό την άμεση δημοκρατία. Οι αλλαγές διατηρούν εν προκειμένω την αρχαία σημασία τους: όταν αλλάζουν την πολιτική θέσμιση και την κοινωνική κατάσταση. Παραδείγματα τέτοιων αλλαγών για την αθηναϊκή πολιτεία αποτελούν αυτές που είναι γνωστές με τα ονόματα του Σόλωνα, του Κλεισθένη, του Θεμιστοκλή, του Εφιάλτη και του Περικλή, και συνέβαλαν αντιστοίχως στην προετοιμασία, στην ίδρυση, στην διεύρυνση και στην εδραίωση της δημοκρατίας. Οι αλλαγές αυτές, που προέκυψαν ως αποτέλεσμα των επιθυμιών και των αγώνων των κατωτέρων και μεσαίων στρωμάτων, έφεραν ριζικές μετατροπές και θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν «επαναστάσεις».
Επομένως, δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να προκύψει χωρίς ουσιαστικές αλλαγές που να διέπονται από την αντίληψη της ριζικής μετατροπής του υπάρχοντος συστήματος. Στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που έθετε στην αρχή του 20ου αιώνα η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η απάντηση είναι «επαναστατικές μεταρρυθμίσεις» με την παραπάνω έννοια. Από την άλλη, απορρίπτοντας τον ρεφορμισμό δεν σημαίνει αναγκαστικώς ότι οδηγούμαστε στη βίαιη επανάσταση. Το διαφορετικό, το άλλο, η εναλλακτική λύση στον ρεφορμισμό δεν είναι η «ένοπλη επανάσταση», κομμουνιστικού ή άλλου τύπου. Δεν πρέπει να φετιχοποιηθεί το μαρξικό αξίωμα ότι «η βία είναι η μαμμή της Ιστορίας». Η ριζική αλλαγή δεν συνεπάγεται όπλα, αίματα, φόνους και καταλήψεις χειμερινών ανακτόρων, από κάποια «πεφωτισμένη» κομματική πρωτοπορία, λενινιστικού, μαοϊκού, καστρικού ή γκεβαρικού τύπου. δεν σημαίνει εμφυλίους πολέμους και πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από μία μειοψηφία. Αντιλήψεις και πρακτικές αυτού του είδους έχουν αποτύχει παταγωδώς, αφού οδήγησαν σε δικτατορικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, σε φαλκίδευση ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε φυλακές, στρατόπεδα συγκεντρώσεως και ψυχιατρεία, σε εκτελέσεις και βασανιστήρια.
Φυσικά η απόρριψη του αξιώματος «η βία είναι η μαμή της ιστορίας» δεν σημαίνει ότι υιοθετείται η διατήρηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Η δημοκρατική αλλαγή δεν έχει ως αξίωμα το φετίχ της βίας. Ο κύριος λόγος είναι ότι η βία, επειδή κηρύσσει και εφαρμόζει την προσταγή, την αυθαιρεσία και τον καταναγκασμό, είναι αντίθετη προς τον λόγο, το επιχείρημα και την πειθώ, που είναι τα χαρακτηριστικά της δημοκρατικής αντίληψης και πρακτικής. η βία είναι ξένη προς την ισονομία και την ισότητα, που είναι οι βασικοί πυλώνες της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Υποκαθιστά την πολιτική, κατά κανόνα καταστρέφει την ίδια τη δυνατότητα της πολιτικής. Η «μαμμή» της ιστορίας δεν είναι η βία, αλλά η δύναμη του συλλογικού αγώνα των ανθρώπων. Αρκεί η σίγουρη δύναμη του συνειδητού και αποφασισμένου πλήθους, που αυτοσυγκροτείται σε πλειοψηφικό δήμο, για να θέσει επιτακτικά και πειστικά, με έλλογο τρόπο, το αίτημα της αλλαγής.
H δύναμη εδώ εννοείται με την έννοια που έδωσε στον όρο η Χάνα Άρεντ, η οποία διαφοροποιεί τη δύναμη από τη βία: «Η δύναμη είναι ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων». Η δύναμη αναφέρεται σε ανθρώπους που συν-ομιλούν και συμ-πράττουν και αποβλέπει στον διάλογο και την πειθώ. Σε αντιδιαστολή προς αυτήν, η βία αρχίζει όταν καταργείται η δυνατότητα συν-ομιλίας και σύμ-πραξης. Είναι δηλαδή βουβή, αρχίζει εκεί όπου σταματάει ο λόγος - αποβλέπει στην υποταγή και την υπακοή. Η βία αναφέρεται στα απομονωμένα άτομα και τις ομάδες, ενώ η δύναμη στο πλήθος, στους πολλούς και στις συλλογικότητες. Η βία συνήθως καταστρέφει, χωρίς να δημιουργεί. Ενώ η δύναμη αλλάζει νόμους, νοοτροπίες και θεσμούς, θεσμίζει νέα πράγματα και δεν καταστρέφει μόνο – κτίζει δεν γκρεμίζει. Η δύναμη υπό αυτή την έννοια προσομοιάζει στην μη βίαιη επανάσταση για την οποία κάνει λόγο η Άρεντ: «η μόνη δύναμη που έχει ο λαός είναι η εφεδρεία της επανάστασης».
Στο ίδιο μήκος κινείται, κατά τη γνώμη μου, και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, που τονίζει: «Επανάσταση είναι η ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων φυσικά θεσμών εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση της κοινωνίας αυτής ή του μεγαλύτερου μέρους της». Στο πλαίσιο αυτό, ο Κ. Καστοριάδης τονίζει την ανάγκη για ριζική αλλαγή, αλλαγή στη σύνολη θέσμιση της κοινωνίας. Αυτό δηλώνεται ρητώς όταν κάνει λόγο για ένα «επαναστατικό κίνημα που θα επιδιώξει να εγκαθιδρύσει μία πραγματική δημοκρατία, με τη συμμετοχή όλων στη διαχείριση των κοινών. Ένα επαναστατικό κίνημα που θα οδηγήσει στην αυτοκυβέρνηση των παραγωγικών και τοπικών μονάδων, των χωρών, των εθνών. Αυτή είναι η μόνη πολιτική επιδίωξη η οποία έχει κάποιο νόημα και για την οποία αξίζει να δουλέψει κανείς». Οι αντιλήψεις αυτές δεν εντάσσονται στη βελτίωση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αλλά στη ριζική αναδιάρθρωσή του, στην εκ βάθρων αλλαγή του.
Αυτή όμως είναι αδύνατη χωρίς την απαίτηση, την αυτόνομη δράση και την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων – είναι ανέφικτη με μεσάζοντες και μεσολαβητές, με αντιπροσώπους και κόμματα. Η πραγματοποίησή της εξαρτάται από τη θεωρητική και εννοιολογική χειραφέτηση, από την αποτίναξη της ψευδούς εικόνας της δημοκρατίας, από τη ρήξη της παραμορφωτικής κρούστας που συγκαλύπτει τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων και τα παρουσιάζει ως δημοκρατικά. Τις παραμορφώσεις αυτές έχουν επιβάλλει οι πολιτικές και οι οικονομικές ολιγαρχίες, τα κόμματα και οι βουλευτές, αλλά και φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και άλλοι διανοούμενοι, καθώς και οι ποικίλες αριστερές ιδεολογίες.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 30, Σεπτέμβριος 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

H AMΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που ζούμε διεθνώς ένεκα της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης από το 2008, και ιδιαιτέρως στην χρεοκοπημένη Ελλάδα, στην οποία το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα ναυάγησε παταγωδώς, προκύπτει η ανάγκη για έναν άλλον πολιτικό προσανατολισμό, για μία ουσιαστική πολιτειακή αλλαγή. Η ανάγκη αυτή εκφράσθηκε στις συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες σε όλη τη χώρα από τις 25 Μαΐου 2011. Η δημοκρατία, η άμεση δημοκρατία, τέθηκε σωστά ως η εναλλακτική λύση στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα. Είναι επομένως απαραίτητο να διευκρινισθεί τι είναι η άμεση δημοκρατία να αναλυθούν οι θεσμοί, οι αρχές και οι αντιλήψεις της. Προς τούτο στρεφόμαστε στην αθηναϊκή πολιτεία του 5ου-4ου π.Χ. αιώνα, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία άνθρωποι ίδρυσαν τη δημοκρατία, σκέφθηκαν και έγραψαν γι’ αυτήν. Η εξέταση αυτή δεν έχει μόνο ιστορική ή θεωρητική σημασία, αλλά κυρίως πολιτική και είναι εξαιρετικώς επίκαιρη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αθηναϊκή δημοκρατία εκλαμβάνεται ως μοντέλο ή πρότυπο για αντιγραφή, αλλά για έμπνευση και προσανατολισμό στη σημερινή εποχή. Μεταξύ των άλλων μας βοηθά να διασαφηνίσουμε τι είδους πολίτευμα είναι το αντιπροσωπευτικό.

Ελευθερία

Δημοκρατία σημαίνει το κράτος του δήμου, την κυριαρχία του δήμου, την πολιτική εξουσία των πολιτών και όχι των πολιτικών, την άμεση εξουσία των πολιτών και όχι των αντιπροσώπων, των κομμάτων και των γραφειοκρατών. Θα μπορούσε δε να συνοψισθεί στα εξής στοιχεία: ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο. Τα χαρακτηριστικά αυτά περιγράφονται εν συντομία αμέσως πιο κάτω. H ελευθερία εννοείται και με τις δύο έννοιές της, την ατομική και τη συλλογική. Με τη δεύτερη έννοια, την πολιτική, σημαίνει συμμετοχή όλων στην εξουσία: «ένα χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι να άρχουν όλοι με τη σειρά».[1] Η συμμετοχή αυτή αφορά σε όλες τις ρητές μορφές εξουσίας, εκτελεστική, νομοθετική, κυβερνητική, δικαστική. Είναι δε πραγματική και δεν εξασφαλίζει μόνο, όπως ισχύει σήμερα, την ελεύθερη έκφραση στον ιδιωτικό χώρο, στον οποίο δεν ασκείται εξουσία, δεν λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, δεν θεσπίζονται νόμοι. Ο Ευριπίδης (Ικέτιδες, 438 κ.ε.) συμπυκνώνει πολύ εύστοχα την έννοια της δημοκρατικής ελευθερίας στον δημόσιο χώρο, στη συνέλευση των πολιτών, στον οποίο διακυβεύεται το μέλλον της πόλεως και των πολιτών της: «Αυτό είναι ελευθερία: να ρωτάς ‘‘ποιος θέλει να καταθέσει κάποια καλή γνώμη για την πόλιν’’; Έτσι όποιος θέλει ομιλεί, ενώ όποιος δεν θέλει σιωπά».

Ισότητα

Από την έννοια αυτή της ελευθερίας προκύπτει και η έννοια της ισότητας. Εφ’ όσον όλοι συμμετέχουν στην εξουσία πρέπει να έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να την ασκήσουν, επομένως πρέπει να είναι ίσοι: «ένα λοιπόν στοιχείο της ελευθερίας είναι η ισότητα».[2] Ισότητα σημαίνει πολιτική ισότητα όλων των πολιτών, στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην άσκηση της εξουσίας υπό όλες τις μορφές της. Όπως είναι εμφανές, από τη μια πλευρά η έννοια της ισότητας προκύπτει από την έννοια της ελευθερίας, αλλά και αντιστρόφως, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς ισότητα. Δεν είναι δυνατόν να συμμετέχουν όλοι στην εξουσία (=ελευθερία) εάν δεν είναι ίσοι, εάν οι θεσμοί δεν εξασφαλίζουν την πραγματική πρόσβαση όλων των πολιτών στην εξουσία. Mε άλλα λόγια η απόλυτη ισότητα εξασφαλίζει την πραγματική ελευθερία: δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι εάν δεν είμαστε ίσοι. δεν είμαστε ελεύθεροι εάν κάποιοι έχουν περισσότερη εξουσία από εμάς, εάν κάποιοι ολίγοι αποφασίζουν και θεσπίζουν τους νόμους και εμείς απλώς υπακούουμε και εκτελούμε.

Δικαιοσύνη

Η ισότητα καθορίζει και τη δημοκρατική έννοια της δικαιοσύνης. Πράγματι, δικαιοσύνη στη δημοκρατική αντίληψη σημαίνει κατ’ αρχάς την ισότητα με την έννοια που αναφέρθηκε προηγουμένως (δίκαιον εστί το ίσον).[3] H δικαιοσύνη εννοείται εδώ ως η διανεμητική δικαιοσύνη. Το ζήτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η κοινωνία είναι: τι διανέμεται και σε ποιον, και φυσικά πώς διανέμεται και από ποιον. Η απάντηση της δημοκρατίας στο πρώτο ερώτημα (τι;) είναι ότι τα αγαθά που πρέπει να διανεμηθούν είναι οι τιμές, τα αξιώματα, η εξουσία και ορισμένα από τα υλικά αγαθά. Στο δεύτερο ερώτημα (σε ποιον;) η απάντηση είναι ότι διανέμονται σε όλους, στο τρίτο (από ποιον;) η απάντηση είναι από όλους τους πολίτες, και τέλος στο τέταρτο (πώς;) η απάντηση είναι με βάση την απόλυτη ισότητα.
Είναι εμφανές ότι στη διανομή αυτή υπεισέρχεται το κοινό συμφέρον. Για να είναι η διανομή δίκαιη πρέπει όλοι να συμμετέχουν εξ ίσου, να μην ευνοείται το ίδιον, το προσωπικό, το κομματικό, το συντεχνιακό ή το ταξικό συμφέρον. Εδώ έγκειται η δεύτερη πτυχή της δικαιοσύνης, η μέριμνα για το κοινό συμφέρον και η εξασφάλισή του, πράγμα που τονίζει και ο Αριστοτέλης.[4] Οι δύο αυτές εκφάνσεις του δικαίου (ισότητα και κοινό συμφέρον) είναι αλληλένδετες, διότι για το κοινό συμφέρον μεριμνούν ουσιαστικώς μόνο οι πραγματικώς ίσοι πολίτες, δηλαδή οι ενεργοί πολίτες συναθροισμένοι σε ελεύθερη συνέλευση. Το κοινό συμφέρον καθορίζεται από το σύνολο των πολιτών, όχι από τους ολίγους, όχι από τους «ειδικούς» ή κάποια συντεχνία, όχι από κάποιο κόμμα ή γραφειοκρατικό όργανο.
Η ισότητα αναφέρεται στη συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλους τους πολιτικούς τομείς, άρα και στην απόδοση της δικαιοσύνης, όχι μόνο με την ευρεία, αλλά και τη στενή έννοια, δηλαδή στη δικαστική εξουσία. Τα πολυμελή δικαστήρια των πολιτών είναι η έκφραση της δημοκρατικής αρχής της ελευθερίας και της ισότητας. Τα κληρωτά δικαστήρια ανάγονται στην εποχή του Σόλωνα, στις αρχές του 6ου αιώνα, και αποτέλεσαν εν συνεχεία την αδιαμφισβήτητη και ασφαλιστική δικλίδα της δημοκρατίας. Δεν υπάρχει δημοκρατία άνευ της συμμετοχής των πολιτών στη δικαστική εξουσία. Στα δικαστήρια ανάγονται, συν τοις άλλοις, όλες οι πράξεις της διοικήσεως, της πολιτικής εξουσίας, όλων των αξιωματούχων.[5]

Ελεγχος της εξουσίας

Έτσι ερχόμαστε στο τέταρτο στοιχείο ης άμεσης δημοκρατίας, τον έλεγχο, που σημαίνει ουσιαστικό πολιτικό και δικαστικό έλεγχο της εξουσίας από θεσμισμένα όργανα με τη συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ο έλεγχος περιέχει ασφαλώς τη διαφάνεια και τη λογοδοσία (λόγον διδόναι, εύθυνα) όλων των προσώπων που ασκούν εξουσία. αυτό σημαίνει ανοικτή δυνατότητα στον καθένα να καταγγείλει στη βουλή, στην εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια των πολιτών τους πολιτικούς αξιωματούχους, αυτούς που άσκησαν εξουσία, εφάρμοσαν τις αποφάσεις και διαχειρίσθηκαν χρήματα. Όλοι οι άρχοντες, κληρωτοί και αιρετοί (βουλευτές, στρατηγοί, ίππαρχοι, ταμίες, ποικίλες επιτροπές) υφίστανται τον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο. τόσο σε κάθε πρυτανεία (διάρκεια 35 ημερών) όσο και στο τέλος της ετήσιας θητείας τους, είναι δε ανά πάσα στιγμή ανακλητοί. Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι ο αυστηρός έλεγχος όλων: «σε αυτήν την πόλιν ουδείς από όσους ασκούν εξουσία είναι ανυπεύθυνος, ανεξέλεγκτος».[6] Όλοι οι αξιωματούχοι, αν δεν είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους ή είχαν χρηματισθεί, ενάγονταν στο δικαστήριο και υφίσταντο κυρώσεις: ατιμία, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, χρηματικό πρόστιμο, δήμευση περιουσίας, ακόμη και θάνατο. Έτσι διασφαλίζεται η ηθική στην πολιτική, είναι ο μόνος τρόπος, για να συνυπάρξει η πολιτική με την ηθική, που τόσο διατυμπανίζεται από ποικίλους ηθικολόγους και ιδεολόγους.
Το τετράπτυχο αυτό (ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, έλεγχος) αποτελεί τη βάση και τον πυρήνα της (άμεσης) δημοκρατίας. Η συμμετοχή, η ισότητα και ο έλεγχος είναι πραγματικά στοιχεία και όχι θεωρητικές διακηρύξεις ή αφηρημένες αρχές και ιδεώδη. εξασφαλίζονται από νόμους, εκφράζονται σε θεσμούς. Οι δύο βασικοί θεσμοί είναι η εκκλησία του δήμου και η κλήρωση. Στην πρώτη ασκείται η νομοθετική και κυβερνητική εξουσία άμεσα από όλους τους ενήλικους ελευθέρους άνδρες, άνω των δεκαοκτώ ετών, ενώ με την κλήρωση εξασφαλίζεται η άσκηση της δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας άμεσα από τους ίδιους τους πολίτες.[7]

Η έννοια του πολίτη και η άμεση συμμετοχή

Συνιστά επίσης το τετράπτυχο αυτό τον ορισμό του πολίτη. Πράγματι ο πολίτης χαρακτηρίζεται από τα τέσσερα ανωτέρω στοιχεία: την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τον έλεγχο της εξουσίας. Αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν στην (άμεση) δημοκρατία, διότι σε αυτήν ο ελεύθερος Αθηναίος μετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική και κυβερνητική εξουσία, στον έλεγχο όλων των αξιωματούχων. Άλλωστε και ο Αριστοτέλης όταν αναζητεί ένα ουσιαστικό ορισμό του πολίτη λέει ότι πολίτης είναι αυτός που εναλλάσσεται στην εξουσία (εν μέρει άρχειν και άρχεσθαι), αυτός που μετέχει δικαστικής και κυβερνητικής εξουσίας.[8] Πολίτης συνεπώς δεν είναι αυτός που συμμετέχει στις εκλογές ή ανήκει σε ένα κόμμα, αλλά αυτός που συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην άσκηση της εξουσίας εν γένει.
Είναι εμφανές ότι για να υπάρξει το πολίτευμα αυτό της γενικής και γενικευμένης συμμετοχής απαιτεί το ενδιαφέρον, τη θέληση και την επαγρύπνηση των ανθρώπων. Υποστηρίζεται από το δημοκρατικό ήθος, από το ενδιαφέρον και την υπευθυνότητα των πολιτών («sittlichkeit» στον Hegel, «θάρρος και επαγρύπνηση» στον Rousseau). Ταυτοχρόνως όμως, το ενδιαφέρον και η υπευθυνότητα ευνοούνται και δημιουργούνται από τους δημοκρατικούς θεσμούς. H (άμεση) δημοκρατία δηλαδή δεν είναι μόνο ένας τρόπος διακυβέρνησης, ένα πολίτευμα με θεσμούς δημοκρατικούς, με αρχές και αντιλήψεις δημοκρατικές, αλλά και τρόπος του βίου, υποστηρίζεται από μια δημοκρατική κοινωνία και από δημοκρατικά άτομα. Δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία χωρίς δημοκρατικά άτομα, και αντιστρόφως, δεν υπάρχουν δημοκρατικά άτομα χωρίς δημοκρατική κοινωνία. Ο δημοκρατικός τύπος ανθρώπου είναι αυτός που ασχολείται με τα κοινά, με τις κοινές υποθέσεις, με το κοινό συμφέρον, αυτός που συμμετέχει, που είναι πολίτης και όχι ιδιώτης. Ο ιδιώτης ασχολείται και ενδιαφέρεται για το δικό του προσωπικό συμφέρον, παραμελεί και εγκαταλείπει το κοινό συμφέρον στα κόμματα, στους ισχυρούς, στους ολίγους, ως εκ τούτου αντικειμενικώς εναντιώνεται στο κοινό συμφέρον. Το εκφράζει πολύ ωραία ο Περικλής στον υπέροχο «Επιτάφιο»: τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’ αχρείον νομίζομεν.
Σε όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά και τις αρχές της δημοκρατίας βασικό στοιχείο είναι η άμεση συμμετοχή των πολιτών. Άμεση συμμετοχή σημαίνει όχι αντιπροσώπευση, όχι κόμματα, όχι εκλογές. Εδώ βρίσκεται το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, που παραμελείται, αγνοείται ή συγκαλύπτεται: η (άμεση) δημοκρατία είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων. Όλα τα άλλα πολιτεύματα (μοναρχία, δικτατορία, σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, κομμουνιστικά, ολοκληρωτικά, ολιγαρχικά, αντιπροσωπευτικά) όχι μόνο δεν απαιτούν αυτή τη συμμετοχή αλλά την απεύχονται, την αποτρέπουν και την εμποδίζουν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον.[9] Πράγμα που σημαίνει πως ο δρόμος για τη δημοκρατία είναι ένας και μοναδικός: η άμεση συμμετοχή όλων των ατόμων και η πραγματική κυριαρχία του δήμου. Οποιαδήποτε παρέκβαση από τον δρόμο αυτόν οδηγεί σε αναίρεση της δημοκρατίας, οδηγεί σε ένα από τα πολιτεύματα που ανέφερα προηγουμένως. Mε άλλα λόγια η ελευθερία έχει ένα μόνο δρόμο, η δουλεία πολλούς.

Τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα

Το πλαίσιο αυτό μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα του κοινοβουλευτισμού. Όλα τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, που εν συντομία αναφέρθηκαν προηγουμένως, απουσιάζουν από τα σημερινά πολιτεύματα: η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, ο έλεγχος της εξουσίας, η συμμετοχή, ο πολίτης. Πολιτική ελευθερία, με την έννοια της συμμετοχής των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και εν γένει στην εξουσία δεν υπάρχει - υπάρχει πολιτική ανελευθερία, πολιτική δουλεία. Απόλυτη πολιτική ισότητα όλων δεν υπάρχει - υπάρχει ανισότητα. Δικαιοσύνη με την έννοια της ισότητας και της μέριμνας για το δημόσιο συμφέρον δεν υπάρχει – υπάρχει αδικία και κατίσχυση του ιδιωτικού συμφέροντος. Ουσιαστικός έλεγχος της εξουσίας από αδέκαστα και αμερόληπτα όργανα πολιτών δεν υπάρχει – υπάρχει αυθαιρεσία, ασυδοσία, αδιαφάνεια, ατιμωρησία. Συνεπώς ούτε πολίτες υπάρχουν - υπάρχουν μόνο ιδιώτες, υπήκοοι και δούλοι.
Επομένως, στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα οι ολίγοι κυβερνούν, νομοθετούν, λαμβάνουν τις αποφάσεις, ασκούν ανεξέλεγκτα την εξουσία, προς όφελος δικό τους, των κομμάτων τους και των ολίγων ισχυρών κεφαλαιοκρατών. Δηλαδή τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν είναι δημοκρατικά, αλλά ολιγαρχικά. Κακώς ονομάζονται αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές, αστικές ή φιλελεύθερες δημοκρατίες. Είναι καθαρές ολιγαρχίες - ο Κορνήλιος Καστοριάδης σωστά τα ονόμαζε φιλελεύθερες ολιγαρχίες, διότι υπάρχουν και ανελεύθερες. Συνεπώς ο κοινοβουλευτισμός, οι εκλογές, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση, δεν χαρακτηρίζουν τη δημοκρατία, αλλά την ολιγαρχία. Δικαίως λοιπόν σήμερα στις πλατείες τίθεται το αίτημα για άμεση δημοκρατία, που σημαίνει υπέρβαση και μετασχηματισμό των ολιγαρχικών αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων. Είναι ο μόνος στόχος, το μόνο όραμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να αγωνισθεί κανείς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*** Το παρόν κείμενο αποτέλεσε τη βάση για ορισμένες από τις ιδέες που ανέπτυξα στις ομιλίες μου στην πλατεία Συντάγματος (Αθήνα, 17-6-2011), στον Λευκό Πύργο (Θεσσαλονίκη, 24-6-2011), στην πλατεία καπνεργάτη (Καβάλα, 18-6-2011) και στην κεντρική πλατεία Δράμας (19-6-2011), στα πλαίσια των λαϊκών συνελεύσεων του κινήματος «Άμεση δημοκρατία τώρα».
1 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b2: ελευθερίας δε έν μεν το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν. Πρβλ. 1317b19-20: άρχειν πάντας μεν εκάστω, έκαστον δ’ εν μέρει πάντων. Και Ευριπίδης, Ικέτιδες, 404 κ.ε.
2 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b10: έν μεν ουν της ελευθερίας σημείον τούτο (το ίσον). Πρβλ. 1317b19.
3 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b4: Και γαρ το δίκαιον το δημοτικόν το ίσον έχειν εστί κατά αριθμόν αλλά μη κατ’ αξίαν. Πρβλ. 1318a5
4 Αριστοτέλης, Πολιτικά 3, 1279a17. Πρβλ. Δημόκριτος, απόσ. Β252, στην έκδοση του H. Diels & W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, Weidmann, Zurich, 1992.
5 Αυτή η πολιτική έννοια της δικαιοσύνης έχει συγκαλυφθεί και ξεχασθεί έκτοτε μέχρι σήμερα - όπως άλλωστε και οι προηγούμενες έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας - και υποκαθίσταται από μία νομικίστικη διαδικασία.
6 Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος 17: εν γάρ ταύτη τη πόλει... ουδείς έστιν ανυπεύθυνος των... προς τα κοινά προσεληλυθότων. Πρβλ. Κατά Κτησιφώντος 22. Και Δημόκριτος, απόσ. B265, όπ. π.
7 Περισσότερα για τους θεσμούς και την πρακτική της άμεσης δημοκρατίας βλ. Κ. Καστοριάδης, «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», Χώροι του ανθρώπου, Ύψιλον, Αθήνα, 1995. Του ιδίου, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Υψιλον, Αθήνα, 1986. Του ιδίου, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Β’, Κριτική, Αθήνα, 2008. Και Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα, 2007.
8 Αριστοτέλης Πολιτικά 3, 1275a22: πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής.
9 Εξυπακούεται ότι όλα αυτά τα πολιτεύματα δεν ταυτίζονται, δεν έχουν την ίδια αξία, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αντιπροσωπευτικό είναι το καλύτερο από τα υπάρχοντα, αλλά δεν είναι δημοκρατικό, όπως επιχειρηματολογώ στις δύο επόμενες παραγράφους.
10 Περισσότερα βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

[Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 19 Αυγούστου 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας


ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


Οι πρωτόγνωρες συγκεντρώσεις και συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες της χώρας έθεσαν ως βασικό στόχο την άμεση δημοκρατία. Όμως τα ΜΜΕ, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τα κόμματα προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν το σημαντικώτατο αυτό ζήτημα και επικέντρωσαν στις άλλες πλευρές των συγκεντρώσεων. Η συμπεριφορά τους δηλώνει φόβο επειδή οι συνελεύσεις δεν ελέγχονται από όλους αυτούς, επειδή στις συγκεντρώσεις κατέβηκαν εκατοντάδες χιλιάδες που οι ίδιοι ποτέ δεν θα συγκέντρωναν, επειδή τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις είναι συλλήβδην απαγορευμένα στις πλατείες. Το κύριο όμως είναι ότι φοβούνται την άμεση ενεργοποίηση της κοινωνίας, διότι κάτι τέτοιο τους υπερβαίνει, τους παραγκωνίζει, τους καθιστά άχρηστους και περιττούς. Με άλλα λόγια οι παραδοσιακοί κάτοχοι της εξουσίας (κυβέρνηση, κοινοβούλιο, κόμματα, ΜΜΕ, συνδικαλιστές) φοβούνται τη δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία, διότι στην περίπτωση αυτή η κοινωνία αποκτά το δικό της αδιαμεσολάβητο πρόσωπο, αρχίζει να αυτοπροσδιορίζεται και να αυτοοργανώνεται, να απεγκλωβίζεται από τους επιβλαβείς κομματικούς, αντιπροσώπους, κρατικοδίαιτους μυστικοσυμβούλους και γραφειοκράτες, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.
Αυτός είναι και ο αναγκαίος όρος ύπαρξης της άμεσης δημοκρατίας: αυτοσυγκρότηση και αυτοκαθορισμός, λήψη των αποφάσεων από τις λαϊκές συνελεύσεις, από την ίδια την κοινωνία, εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δυνάμεις της. Ο καινοφανής τρόπος πολιτικής δράσεως που δημιουργείται στην πλατεία, θέτει εκ των πραγμάτων, από την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία του, ένα νέο πολιτικό περιεχόμενο και στόχο, που έρχονται σε ριζική αντίθεση με το υπάρχον κομματοκρατικό σύστημα.
Το τελευταίο έχει φθάσει στα όριά του, έχει τόσο αναισθητοποιηθεί και αποκτηνωθεί, που δεν είναι σε θέση ούτε καν να τηρήσει ορισμένα προσχήματα, λ.χ. να περικόψει ουσιαστικώς τα προνόμια των βουλευτών και των άλλων υψιλόμισθων υπαλλήλων του, να καταργήσει τη βουλευτική και την υπουργική ασυλία, να φορολογήσει τούς μέχρι τώρα νομίμως και παρανόμως φοροδιαφεύγοντες ή να στείλει φυλακή ορισμένους πολιτικούς. Αντιθέτως, συνειδητοποιώντας την ευθύνη του για τη χρεοκοπία και την ανίκανότητά του για κάποια δημιουργική πολιτική, το ολιγαρχικό σύστημα προσπαθεί, υπό το κράτος του πανικού και του κυνισμού, να επωφεληθεί όσο γίνεται, να αυξήσει και να περισώσει την σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος αποκτηθείσα περιουσία του. Είναι δε προκλητικότατο διότι συγκαλύπτει όλα τα μεγάλα σκάνδαλα, του Βατοπεδίου, της Ολυμπιάδας, των αμυντικών εξοπλισμών και κυρίως το μεγαλύτερο όλων, της Siemens, με τα οποία ζημιώθηκε το δημόσιο με πολλά δις, αυξήθηκε το έλλειμμα και το χρέος. Επί πλέον ετοιμάζεται για νέες αφαιμάξεις από τα δάνεια των Μνημονίων και το λεγόμενο σχέδιο Μάρσαλ, αφού η βουλευτική και υπουργική ασυλία εξακολουθούν ακόμη να προτρέπουν προς την απληστία και την ασυδοσία, να εξασφαλίζουν την ατιμωρησία του πολιτικού προσωπικού.
Έχει ειπωθεί ότι μία ουσιαστική αλλαγή γίνεται όταν οι από πάνω δεν μπορούν πια και οι από κάτω δεν θέλουν πια. Ο πρώτος όρος συμβαίνει και ο δεύτερος έχει αρχίσει να αναδύεται. Ήδη οι συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στις πλατείες είναι ένδειξη πως η ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θέλει πια αυτό το διεφθαρμένο και επικίνδυνο σύστημα. Η αλλαγή στην κοινωνία αρχίζει να διαγράφεται και μάλιστα είναι διαφορετική από προηγούμενες. Είναι ειρηνική, μαζική, αυτοκαθοριζόμενη, με αποστροφή σε κόμματα, σε κάθε είδους ηγέτες και αποτυχημένες ιδεολογίες. Αντιτίθεται στη βία και επενδύει στην κοινωνική ωρίμανση, στην ευρύτερη συλλογική συμμετοχή, στην ελεύθερη συζήτηση, στη λήψη των αποφάσεων μέσα από συνελεύσεις και σαφείς πλειοψηφίες. Αυτή η αμεσοδημοκρατική στάση καθορίζει και τους πολιτικούς στόχους για αλλαγή του αντιπροσωπευτικού ολιγαρχικού συστήματος προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας. για ριζική πολιτειακή αλλαγή με τη δημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν την συμμετοχή των ανθρώπων - άμεσα, χωρίς διαμεσολαβητές, χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα - στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας.
Τέτοιοι θεσμοί είναι: τοπικές και ευρύτερες συνελεύσεις, δημοψηφίσματα από τα κάτω και όχι από τα πάνω, πρωτοβουλία για νομοθετικές ή συνταγματικές αλλαγές από την ίδια την κοινωνία, αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, εκλογή ή κλήρωση ατόμων που θα εκτελούν τις αποφάσεις των συνελεύσεων και των δημοφηφισμάτων, θα είναι δε ανά πάσα στιγμή υπόλογοι και ανακλητοί. Μόνο έτσι θα αλλάξει το διεφθαρμένο ολιγαρχικό πλέγμα εξουσίας που συγκροτείται από θεσμούς και νόμους, από δομές και μηχανισμούς, από γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – οικονομικά, κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου