Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η διάκριση των εξουσιών: Ειδικά για τη Δικαιοσύνη

Του Κ. Ε. ΜΑΚΑΡΩΝΑ*
Στο προσχέδιο διακήρυξης του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ (κεφ. 5 παρ. 9) διακηρύττεται ορθά ως οφειλή μας η αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος εις βάθος «τηρώντας απαρέγκλιτα τη διάκριση των εξουσιών και αποκαθιστώντας την εύρυθμη και έντιμη λειτουργία όλων των σχετικών θεσμών».
Υποθέτω -και πώς άλλωστε να μη το κάνω- ότι η λιτή -και μοναδική στο κείμενο- αναφορά σχετίζεται με τις κατά τις ισχύουσες συνταγματικές ρυθμίσεις τρεις διακεκριμένες λειτουργίες, άρα και τη δικαστική εξουσία (οι άλλες είναι η εκτελεστική και η νομοθετική). Θεωρώ ότι τούτο χρήζει εξειδικεύσεως έστω και συνοπτικώς.
Εξηγούμαι: το Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012 έχει επιβάλει στην «κυβέρνηση» να προχωρήσει στην αποδόμηση της δικαστικής εξουσίας, στην ανάθεση μεγάλου μέρους της δικαιοδοτικής λειτουργίας σε ιδιώτες (ακόμη, και ιδίως, σε μη δικηγόρους) και, ταυτόχρονα, να προωθήσει την αποτροπή της διεκδίκησης έννομης προστασίας από τους πολίτες, σε όλα τα πεδία του δικαίου (αστικό, ποινικό, διοικητικό) καθιερώνοντας βαριά παράβολα και τέλη για κάθε προσφυγή στη Δικαιοσύνη (βλ. Κ. Μακαρώνα - Δ. Τσακίρη, “Αυγή”, Ιούνιος 2012).

Ουδείς, όμως, λόγος γίνεται από οιονδήποτε για το πάγιο αίτημα της Αριστεράς, δηλαδή τη συνταγματική μεταρρύθμιση της διάταξης εκείνης του Συντάγματος (90) που καθιστά τη Δικαιοσύνη ουσιαστικά υποχείριο της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία (δια του Υπουργικού Συμβουλίου) διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης, άρα ρυθμίζει εμμέσως τις προαγωγές, την επιθεώρηση και την πειθαρχική εξουσία επί των δικαστικών λειτουργών, άρα έχει τον πλήρη έλεγχο...
Ο δικαστικός σχηματισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας, μάλιστα, διευρύνει έως ασυδοσίας την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου αφού του επιτρέπει να επιλέγει τους προαγομένους στην ηγεσία της Δικαιοσύνης δίχως αιτιολογία (ούτε λίγο ούτε πολύ: όποιους θεωρεί ευπειθείς στην κυβέρνηση!). Αν τούτο θεωρείται ζήτημα ήσσονος σημασίας, είναι λάθος.
Πώς θα αποκατασταθεί η «έντιμη λειτουργία» του θεσμού δίχως διασφάλιση των προϋποθέσεων άρσης της δυνατότητας της κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τους δικαστικούς λειτουργούς ως εξαρτημένους υπαλλήλους υποχρεωμένους να συμμορφώνονται με τις εκάστοτε εντολές της; Απλώς, δεν γίνεται.
Δεν γίνεται να περιμένεις, μʼ αυτές τις συνθήκες, δίκαιη απόφαση για τον άνθρωπο που αυθαίρετα συνελήφθη σε αυθαίρετα απαγορευμένη διαδήλωση, που βασανίσθηκε με μεθόδους Αμπού Γκράιμπ και Γκουαντανάμο από τα όργανα της καταστολής, για τον άνθρωπο που τον πνίγει ο βρόχος της δανείστριας τράπεζας, για τον απολυμένο από ασύδοτο και εκδικητικό εργοδότη, τον κινηματικώς δρώντα για την προστασία της δημόσιας περιουσίας.
Από ποιον περιμένεις να σεβασθεί και να εφαρμόσει δίκαια τα... ράκη -πλέον- της συνταγματικής προστασίας (δικαίωμα ασύλου κατοικίας, δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, ηλεκτρονικώς ή άλλως προσωπικών δεδομένων, δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης, δικαίωμα στην Παιδεία και την έρευνα, δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στη δημιουργία οικογένειας και μητρότητας) αν όχι από έναν ελεύθερα σκεπτόμενο, έντιμο, δίχως εξαρτήσεις δικαστή που οφείλει ex officio να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων (εν προκειμένω, ιδίως των μνημονιακών), αλλά και να ελέγχεται από την κοινωνία για τις κρίσεις του; (Υπενθυμίζω ότι ήδη το ΣτΕ, δυστυχώς, έκρινε προσφάτως ως «συνταγματικές» έναν σωρό κατάφωρα αντισυνταγματικών ρυθμίσεων).
Όσο για την «εύρυθμη» λειτουργία του θεσμού, εδώ έχει να πει πολλά η Αριστερά.
Η Δικαιοσύνη -από οικονομικής πλευράς- έχει αναδειχθεί σε «υπερήφανο χορηγό» του δημόσιου προϋπολογισμού, αλλά δεν κρατά δεκάρα για τις επείγουσες ανάγκες της. Έτσι, πας να ζητήσεις έννομη προστασία, πληρώνεις βαριά παράβολα και τέλη και ανταμείβεσαι με πολλά χρόνια καρτερίας για να δεις δικαστική απόφαση.
Αν, με νομοθετική ρύθμιση, ελεγχθούν τα έσοδα από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και κατανεμηθούν στον προϋπολογισμό του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τις ανάγκες της (είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι πρόκειται για, τουλάχιστον, εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ κατʼ έτος), είναι βέβαιο ότι και τα κενά σε δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους μπορούν να καλυφθούν και η έννομη προστασία μπορεί να απονεμηθεί ταχύτερα και καλύτερα. Όχι μόνο δεν γίνεται, εδώ και χρόνια, τούτο από τις διάφορες κυβερνήσεις, αλλά τώρα με τις «μνημονιακές εντολές» τα πράγματα επιδεινώνονται.
Δείγμα τούτου το ακόλουθο:
Αυξήθηκε η καθʼ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και προστέθηκαν χιλιάδες δικαστικές υποθέσεις στους ώμους των ιδίων (ή και λιγότερων) δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση της εσωτερικής τρόικας, αντί να ενισχύσει, μείωσε με πρόσφατη (Σεπτέμβριος 2012) ρύθμιση τον αριθμό των ειρηνοδικείων στο μισό υποταγμένη στη «μνημονιακή εντολή» του 2012 (παρ. 4.5, εδάφιο 9: «εξορθολογισμός και αναδιοργάνωση των ειρηνοδικείων»). Αναγκάζει, αλλά αυτό την αφήνει αδιάφορη, τους πολίτες σε πολυδάπανες μετακινήσεις ιδίως στις περιπτώσεις των νησιών του Αιγαίου. Όσο για τον χρόνο εκδίκασης, π.χ. στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου δίνεται σήμερα δικάσιμος για το έτος 2019, θεωρώντας ότι οι διάδικοι υποχρεούνται να έχουν υψηλό προσδόκιμο όριο επιβίωσης.
Ο αγώνας για τη συνεπή εφαρμογή των ιδρυτικών διακηρύξεων, αγώνας πολυσχιδής και ασφαλώς απαιτητικός, δεν εξαντλείται σε ενέργειες όπως αυτές που προαναφέρονται. Στο θεσμικό πεδίο έχουν θέση, νομίζω, και επιθετικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ όπως εκείνη για προσθήκη στις συνταγματικές ρυθμίσεις για τα εργασιακά δικαιώματα περίπου ως εξής:
«Ο καθένας έχει δικαιώματα σε ελάχιστο επαρκές για αξιοπρεπή διαβίωση εισόδημα και στην κοινωνική ασφάλιση. Τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση αυτών των δικαιωμάτων και τις εγγυήσεις για την ικανοποίησή τους», δηλαδή: αγώγιμο κοινωνικό δικαίωμα -κάλυψη κοινωνικών αναγκών των δικαιούχων- κοινωνική πολιτική.
Ωστόσο, και επειδή πρεσβεύω την άποψη ότι δεν θα σώσουν την κοινωνία τα νομικά (φευ! ούτε οι νομικοί) θεωρώ χρήσιμη την προετοιμασία (θεωρητική - επιστημονική - ιδεολογική) και της κοινωνίας των νομικών (δικαστικών λειτουργών, δικηγόρων, δικαστικών υπαλλήλων κ.ά.) και των συμμάχων κοινωνικών ομάδων για την από κοινού δραστήρια κινηματική αντιμετώπιση τέτοιου είδους θεσμικών ζητημάτων και, γιατί όχι, την αφιέρωση χώρου γιʼ αυτά και στην ιδρυτική μας διακήρυξη.

* Ο Κ. Ε. Μακαρώνας είναι μέλος του Συντονιστικού Πολιτικής Οργάνωσης Δικηγόρων ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Αττικής, πρώην σύμβουλος Δ.Σ. ΔΣΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου