Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Mεταφυσική, Σκέψη, Μύθος και Λόγος, αναζητούν επιδέξιο φορέα-xειριστή

Σωτήρης Αμάραντος*
Με το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξούμε να δώσουμε καμιά καινοφανή απάντηση, ως προς τα ζητήματα που τίθενται ήδη από τον τίτλο, αλλά στην πρόκληση ενός σχετικού προβληματισμού, μέσα από μια σειρά ερωτημάτων.
Μια από τις βασικότερες πτυχές της αλλοτρίωσής μας ως κοινωνία, είναι η απώλεια της συνείδησης της τραγικότητας της ύπαρξης, η απώθηση του χαοτικού και καταστροφικού στοιχείου που μας διέπει ως όντα, δηλαδή του βιώματος του θανάτου, προς όφελος της άμετρης παράδοσης, στον εδώ και τώρα ηδονισμό.  Η απώθηση όμως κάθε άλλο παρά λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το επανεισάγει μεταμφιεσμένο ως ασυνείδητο ρυθμιστικό παράγοντα της ατομικής και συλλογικής μας ζωής. Αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να φωτίσει πολλά φαινόμενα της πολιτικής  και της κοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα όπως και στο σύνολο του Δυτικού κόσμου.  Αλλά η ψυχική διάσταση δεν θα είχε καμιά απολύτως σημασία και  δυναμική, εάν ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, με την ιδιαίτερη άρθρωση των θεσμών και των λειτουργιών του, δεν την ενσωμάτωνε και δεν επένδυε  σε αυτήν. Εάν λοιπόν θέλουμε να φωτίσουμε τις αιτίες που οδηγούν σε όλες αυτές τις συνέπειες και δεν σταθούμε απλά στην συμπτωματολογία, που έχει βέβαια την αξία της, αλλά μόνο ως σημείο ενός πολύ βαθύτερου πράγματος, θα πρέπει να εστιάσουμε στις κυρίαρχες κοινωνικές σημασίες, εντός και δια μέσου των οποίων αντλεί νόημα η καθημερινή μας σκέψη και πράξη.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ὄψεις τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας στήν ρωσσική σκέψη τοῦ 19ου αἰώνα

Δημήτρης Μπαλτᾶς
Ἡ θεωρία τοῦ ἀναρχισμοῦ (= ἐπαναστατικοῦ σοσιαλισμοῦ) ἀποτελεῖ ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο τῆς Ἱστορίας τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως. Ἀπό μεθοδολογικῆς πλευρᾶς, ὁ Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) προτείνει τήν διάκριση τοῦ ἀναρχισμοῦ ἀπό τήν ἀναρχία, ὅταν γράφει ὅτι «ὁ ἀναρχισμός εἶναι ἀντίθετος ὄχι στήν τάξη, στή δομή, στήν ἁρμονία, ἀλλά στήν ἐξουσία, στή βία, στήν αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα». Ἡ ἀναρχία εἶναι χάος καί δυσαρμονία, δηλαδή ἀσχήμια» (Βλ. Δ. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι, 19ος-20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002, σ. 112). Πέρα ἀπό τήν διάκριση αὐτή μέ τήν ὁποία μπορεῖ νά συμφωνήσει ἤ νά διαφωνήσει κανείς, εἶναι γεγονός ὅτι μεγάλοι εἰσηγητές τῶν ἀναρχικῶν θεωριῶν ἦσαν οἱ Ρῶσσοι πρίγκηπες Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876) καί Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921), οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν ὁμοιότητες ἀλλά καί διαφορές στίς ἀντιλήψεις τους.
Δέν εἶναι ἴσως πολύ γνωστό ὅτι ὁ Μπακούνιν διακρίνει, μεταξύ ἄλλων, τήν πατρίδα ἀπό τό κράτος. Στό πλαίσιο αὐτό γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «ἡ Πατρίδα ἀντιπροσωπεύει τό ἱερό καί ἀδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου, κάθε ὁμάδας ἀνθρώπων, ἑνώσεων, κοινοτήτων, περιοχῶν, ἐθνῶν νά αἰσθάνονται, νά σκέπτονται, νά δροῦν μέ τόν δικό τους τρόπο» (H. Arvon, Μπακούνιν, μετ. Π. Γκέκα, Ἐκδόσεις Πλέθρον, Ἀθήνα, 2009, σ. 112). 

Θυμηθείτε: η Ιταλία δεν είναι μοναδική περίπτωση. Του Paul Krugman

Πριν από δύο μήνες, όταν ο Μάριο Μόντι παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία της Ιταλίας, ο Economist έγραψε ότι «η ερχόμενη προεκλογική εκστρατεία θα δείξει, πάνω από όλα, πόσο ώριμοι και ρεαλιστές είναι οι Ιταλοί ψηφοφόροι». Η ώριμη, ρεαλιστική επιλογή, θα πρέπει να υποθέσουμε, θα ήταν η επιστροφή του Μόντι - τον οποίον στην πραγματικότητα επέβαλαν στην Ιταλία οι δανειστές της - στην πρωθυπουργία, αυτή τη φορά με την λαϊκή εντολή Ε λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι καλά. Το κόμμα του Μόντι είναι τέταρτο, πίσω όχι μόνο από τον αστείο Μπερλουσκόνι αλλά και από τον κωμικό ηθοποιό Μπέπε Γκρίλο, το ασυνάρτητο πρόγραμμα του οποίου δεν τον εμπόδισε να γίνει μια ισχυρή πολιτική δύναμη.

Mεταφυσική, Σκέψη, Μύθος και Λόγος, αναζητούν επιδέξιο φορέα-xειριστή

Σωτήρης Αμάραντος*
Με το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξούμε να δώσουμε καμιά καινοφανή απάντηση, ως προς τα ζητήματα που τίθενται ήδη από τον τίτλο, αλλά στην πρόκληση ενός σχετικού προβληματισμού, μέσα από μια σειρά ερωτημάτων.
Μια από τις βασικότερες πτυχές της αλλοτρίωσής μας ως κοινωνία, είναι η απώλεια της συνείδησης της τραγικότητας της ύπαρξης, η απώθηση του χαοτικού και καταστροφικού στοιχείου που μας διέπει ως όντα, δηλαδή του βιώματος του θανάτου, προς όφελος της άμετρης παράδοσης, στον εδώ και τώρα ηδονισμό.  Η απώθηση όμως κάθε άλλο παρά λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το επανεισάγει μεταμφιεσμένο ως ασυνείδητο ρυθμιστικό παράγοντα της ατομικής και συλλογικής μας ζωής. Αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να φωτίσει πολλά φαινόμενα της πολιτικής  και της κοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα όπως και στο σύνολο του Δυτικού κόσμου.  Αλλά η ψυχική διάσταση δεν θα είχε καμιά απολύτως σημασία και  δυναμική, εάν ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, με την ιδιαίτερη άρθρωση των θεσμών και των λειτουργιών του, δεν την ενσωμάτωνε και δεν επένδυε  σε αυτήν. Εάν λοιπόν θέλουμε να φωτίσουμε τις αιτίες που οδηγούν σε όλες αυτές τις συνέπειες και δεν σταθούμε απλά στην συμπτωματολογία, που έχει βέβαια την αξία της, αλλά μόνο ως σημείο ενός πολύ βαθύτερου πράγματος, θα πρέπει να εστιάσουμε στις κυρίαρχες κοινωνικές σημασίες, εντός και δια μέσου των οποίων αντλεί νόημα η καθημερινή μας σκέψη και πράξη.

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Γιώργος Κοντογιώργης
1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.

Η Μετά- φυσική της πέτρας

Βαγγέλης Σταυρόπουλος
της Χρυσαυγής
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.
Γ. Σεφέρης, Β’. Μυκήνες, Γυμνοπαιδία
Ως εκσυγχρονισμό περιγράφω το ατομικό και συλλογικό άλλοθι απέναντι στο γεγονός του τέλους της Ιστορίας. Ή αλλιώς, το παυσίπονο εκείνο, που ξεγελά το κορμί και τη συνείδηση απ΄τις βουτιές στο πένθος.

Το αριστεύειν εστί φιλοσοφείν; Not at all

Ιωάννης Παπαναγιώτου
Δεν μου αρέσουν οι άριστοι, οι ήρωες, τα ινδάλματα, όλοι όσοι νομίζουν πως αξίζουν κάτι παραπάνω επειδή αφιέρωσαν όλο το δυναμικό τους για να μάθουν να κλωτσάνε μπάλες, να τραγουδούν δεχόμενοι  πανέρια με γαρίφαλα, να υπερπαράγουν, να πολεμούν τις δυνάμεις του κακού (εννοώ τον Batman), να λύνουν εξισώσεις δέκα διαστάσεων στον τετραδιάστατο κόσμο μας.
Δεν  είναι μόνο ότι δεν έχουν να μου πουν τίποτα, αλλά απαιτούν και από πάνω την από μέρους μου παραδοχή της σπουδαιότητάς τους, και αν όχι οι ίδιοι, το κάνετε εσείς εκ μέρους τους.
Με πάσα ειλικρίνεια, αν μένατε σε αυτό, δεν θα είχα θέμα αλλά πολλοί από εσάς το παρακάνετε  με την λατρεία σας. Τους θεωρείτε ικανούς να αποτελούν πρότυπα!
Συγγνώμη  αλλά θεωρείτε  δεδομένο ότι ο άνθρωπος που πετυχαίνει να αναρριχηθεί στον Όλυμπο μιας δραστηριότητας έχει να μας πει κάτι για τη ζωή έξω από την σαπουνόφουσκα μέσα στην οποία μεγαλουργεί;